Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αύριο

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

(AM αὔριον) επίρρ.
Ι. 1. την αμέσως επόμενη μέρα
2. πολύ σύντομα, στο εγγύς μέλλον (πρβλ. α) «ἐς αὔριον τὰ σπουδαῑα» — όταν επιδιώκεται η αναβολή μιας σπουδαίας συζήτησης
β) «τάχ' αὔριον ἔσσετ' ἄμεινον» — το μέλλον θα είναι καλύτερο
γ) «σήμερ'-αύριο» — πολύ σύντομα
δ) «γι' αύριο έχει ο Θεός» — ο θεός θα φροντίσει για το μέλλον
ε) «αύριο τα λέμε» — πολύ σύντομα θ' αντιστραφούν οι όροι
στ) «καλημέρα γι' αύριο» — απάντηση σ' αυτόν που λέει ανόητα ή απαράδεκτα πράγματα)
II. (το ουδ. ή το θηλ. ως ουσ.) το αύριο (AM τὴν ἐπαύριον, τὴν αὔριον, ἐς τὸ αὔριον)
1. την αυριανή μέρα
2. στο προσεχές μέλλον.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. αύριον με παρέκταση πιθ. κατά το σήμερον < αύρι (τοπική πτώση ενός θέματος σε r-, πρβλ. β' συνθετικό του άγχαυρος) < αυσρι (πρβλ. λιθ. aušra «αυγή», αρχ. ινδ. usr-a- «του πρωινού», με μετάπτωση του φωνήεντος της ρίζας). Πιθανή επίσης θεωρείται η συγγένεια του τ. αύριον με τα έως, αύως. Η λ. αύριον είναι ήδη γνωστή από τον Όμηρο και την Ιωνική-Αττική.
ΠΑΡ. νεοελλ. αυριανός.
ΣΥΝΘ. επαύριο(ν), μεθαύριο(ν)].