Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἰνικτός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: αἰνικτός Medium diacritics: αἰνικτός Low diacritics: αινικτός Capitals: ΑΙΝΙΚΤΟΣ
Transliteration A: ainiktós Transliteration B: ainiktos Transliteration C: ainiktos Beta Code: ai)nikto/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A expressed in riddles, riddling, S.OT439.

Greek (Liddell-Scott)

αἰνικτός: -ή, -όν, ὁ ἐν αἰνίγμασιν ἐκπεφρασμένος, αἰνιγματώδης, Σοφ. Ο. Τ. 439.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
dit à mots couverts, énigmatique.
Étymologie: αἰνίσσομαι.

Spanish (DGE)

-ή, -όν dicho en enigmas αἰνικτὰ κἀσαφῆ λέγεις S.OT 439.

Greek Monotonic

αἰνικτός: -ή, -όν, αυτός που λέγεται με αινιγματικό τρόπο, αινιγματικός, αινιγματώδης, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

αἰνικτός: загадочно выраженный: αἰνικτὰ κἀσαφῆ λέγειν Soph. выражаться загадочно и неясно.

Middle Liddell

[from αἰνίσσομαι
expressed in riddles, riddling, Soph.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

αἰνικτός -ή -όν αἰνίττομαι raadselachtig, duister.