Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βλαβεραυγής

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: βλᾰβεραυγής Medium diacritics: βλαβεραυγής Low diacritics: βλαβεραυγής Capitals: ΒΛΑΒΕΡΑΥΓΗΣ
Transliteration A: blaberaugḗs Transliteration B: blaberaugēs Transliteration C: vlaveravgis Beta Code: blaberaugh/s

English (LSJ)

ές,

   A baneful-gleaming, Man.4.309.

German (Pape)

[Seite 446] Κρόνος, verderblich strahlend, Man. 4, 309.

Greek (Liddell-Scott)

βλαβεραυγής: -ές, ὁ βλαβερῶς, φωτίζων, φέγγων, Μανέθ. 4. 309.

Spanish (DGE)

(βλᾰβεραυγής) -ές

• Morfología: [gen. no contr. -έος Man.4.309]
de fulgor maligno Κρόνου βλαβεραυγέος ἀστήρ Man.l.c., φέγγος Man.4.472.

Greek Monolingual

βλαβεραυγής (-οῡς), -ές (Α)
αυτός που προκαλεί βλάβη με τη λάμψη του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βλαβερός + -αυγής < αύγος, αυγή (πρβλ. ανταυγής, διαυγής, τηλαυγής κ.ά.)].