Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γυμνόσωμος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-η, -ο
1. αυτός που έχει γυμνό σώμα
2. το ουδ. εν. ως ουσ. «το γυμνόσωμα» — μικρή μύγα που ζει επάνω στα άνθη, κυρίως στα σκιαδανθή
3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα γυμνοσώματα
πτερόποδα μαλάκια με μικρό ατρακτοειδές σώμα.