Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεκέτης

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: δεκέτης Medium diacritics: δεκέτης Low diacritics: δεκέτης Capitals: ΔΕΚΕΤΗΣ
Transliteration A: dekétēs Transliteration B: deketēs Transliteration C: deketis Beta Code: deke/ths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A lasting ten years, χρόνος S.Ph.715 (lyr.), Pl.Lg.682d; δεκέτεις ἀλάληντο for a space of ten years, E.Andr.306 (lyr.): fem. δεκέτις, ιδος, paidopoii/+a Pl.Lg.784b; προστασία D.C.56.28.    II ten years old, fem. δεκέτις Ar.Lys.644.

German (Pape)

[Seite 543] ὁ, zehnjährig, zehn Jahr alt, Plat. Tim. 21 b; ebenso δεκέτης, ες, od. δεκετής, z. B. χρόνῳ δεκέτει Legg. III, 682 d; Soph. Phil. 715; πόνοι δεκέτεις Eur. Andr. 307.

Greek (Liddell-Scott)

δεκέτης: -ου, ὁ, ὁ διαρκῶν δέκα ἔτη, χρόνος Σοφ. Φ. 715, Πλάτ. Νόμ. 682D· θηλ. δεκέτις, Παυσ. 4. 13, 7. ΙΙ. ἔχων ἡλικίαν δέκα ἐτῶν, Εὐρ. Ἀνδρ. 307· θηλ. δεκέτις, ιδος, Ἀριστοφ. Λυσ. 644, Πλάτ. Νόμ. 784Β. – Πρβλ. δεκαέτης.

French (Bailly abrégé)

ου;
adj. m.
1 qui dure 10 ans;
2 qui dure depuis 10 ans.
Étymologie: δέκα, ἔτος.

Spanish (DGE)

-ες

• Alolema(s): δεχ- ICr.2.10.19.8 (Cidonia II a.C.); δεκετής Poll.1.54
1 que dura diez años χρόνος S.Ph.715, D.C.54.12.4, μόχθοι E.Andr.306, πόλεμος Th.5.25, Aeschin.3.148, AP 9.192 (Antiphil.), 9.289 (Loll.), Lib.Or.15.2, (σπονδαί) Ar.Ach.191.
2 de diez años de edad, Pl.Ti.21a, epigr. en ICr.l.c., Poll.l.c., τρίς δ. de treinta años, IPrusa 1026.5 (II d.C.?), cf. δεκαετής.

Greek Monolingual

δεκέτης, ο (θηλ. δεκέτις, η) (Α)
ο δεκαετής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δέκα + -ετης < έτος (πρβλ. τριετής)].

Greek Monotonic

δεκέτης: -ου, ὁ (ἔτος),
I. αυτός που διαρκεί δέκα χρόνια, σε Σοφ., Πλάτ.
II. αυτός που βρίσκεται σε ηλικία δέκα χρόνων, σε Ευρ.· θηλ. δεκέτις, -ιδος, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

δεκέτης: Soph., Eur., Plat. = δεκαετής.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δεκέτης -ες en f. δεκέτις [δέκα, ἔτος] van tien jaar: tien jaar durend, tien jaar oud; pred.: δεκέτεις ἀλάληντο νέοι tien jaar lang zwierven jongemannen rond Eur. Andr. 306.

Middle Liddell

ἔτος
I. lasting ten years, Soph., Plat.
II. ten years old, Eur.: fem. δεκέτις, ιδος, Plat.