Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκμεταλλεύομαι

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet → May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

ἐκμεταλλεύω)
1. εξορύσσω μετάλλευμα από ορυχείο
2. προσπαθώ να χρησιμοποιήσω επικερδώς οικονομικό αγαθό
3. επωφελούμαι, χρησιμοποιώ για αθέμιτο κέρδος δεσμούς, ιδεολογία ή αίσθημα
4. αποκτώ κέρδη εις βάρος άλλων και από τη δική τους εργασία
αρχ.
εξαντλώ μεταλλείο, αφαιρώ ολόκληρη την ποσότητα του μεταλλεύματος.