Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκποιώ

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

(-έω) (AM ἐκποιῶ)
πουλάω αναγκαστικά, ξεπουλάω
μσν.
1. καθιστώ
2. μέσ. γίνομαι
αρχ.
1. κάνω κάποιον να απομακρυνθεί ή να βγει από κάπου
2. δίνω το παιδί μου για υιοθεσία
3. αποσπερματίζω
4. παράγω, γεννώ
5. κατασκευάζω, εκτελώ
6. προμηθεύω, χορηγώ
7. αρκώ, είμαι αρκετός
8. (για χρόνο) διαρκώ
9. (για καιρό) είμαι κατάλληλος ή ευνοϊκός
10. (με απαρμφ.) επιτρέπω («βλαστάνειν οὐκ ἐκποιεῑ τὸ τῆς ὥρας», Θεόφρ.)
11. (για πρόσ.) δίνω το δικαίωμα ή την εξουσία
12. απρόσ. ἐκποιεῑ
α) επιτρέπεται, είναι δυνατόν
β) είναι αρκετό, αρκεί.