Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκτενής

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

-ες (AM ἐκτενής, -ές)
αυτός που απλώνεται σε έκταση, εκτεταμένοςεκτενής αγρός, οδός, μελέτη, λόγος, συζήτηση»)
αρχ.
1. αυτός που έχει την ιδιότητα ή τάση να εκτείνεται προς άλλους ή άλλα, και επομ. μεταδοτικός, βοηθητικός, φιλικός
2. (για πρόσ.) αυτός που επεκτείνει την ενέργεια ή τη φροντίδα του, δραστήριος, επιμελής
3. (για πράξη) συνεχής, ακατάπαυστος, έντονος, επίμονος
4. αυτός που παρέχει ή παρέχεται εκτεταμένα, επομένως ο άφθονος («ἐκτενὲς γάλα»)
5. εκκλ. «ἐκτενὴς δέησις» ή απλώς μετά τα αναγνώσματα, υπέρ τών κτιτόρων και ευεργετών του ναού, του επισκόπου, τών ευσεβών χριστιανών κ.λπ.