Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φιλικός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: φῐλῐκός Medium diacritics: φιλικός Low diacritics: φιλικός Capitals: ΦΙΛΙΚΟΣ
Transliteration A: philikós Transliteration B: philikos Transliteration C: filikos Beta Code: filiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A friendly, ξενία Pl.Lg.919a; ἔργα X.Cyr.8.7.15; of persons, Arist.EN1157b14; μεγαλόψυχος καὶ φ. Phld.Rh.1.209 S.; -ώτερόν ἐστι X.Cyr.2.4.32; τὸ -ώτατον ἦθος Id.Mem.3.10.3: φιλικά proofs or marks of friendship, φιλικὰ παθεῖν ὑπό τινος Id.Cyr.4.6.6; τὰ φ. Id.Mem.2.6.21, Arist.EN1166a1, al.; φ. καὶ ποιητικὰ φιλίας ib. 1158a4; φιλικὸν οὐδὲν ἐποίουν X.An.4.1.9; φ. ἔργον Phld.Lib.p.59 O.; φ., τό, perh. contribution, 'benevolence', τὸ φ. τοῦ βοηθοῦ τῆς τάξεως PSI4.301.16 (v A. D.); τὸ φ. τῆς ἐμβολῆς PFlor.297.345, al. (vi A. D.). Adv. -κῶς, ἔχω πρὸς σέ Pl.Grg.485e; opp. πολεμικῶς ἔχειν, X.HG 4.8.17; πρὸς ἑαυτὸν φ. διακεῖσθαι Arist.EN1166b26; ἔχειν πρός τινα Is.7.8; -κῶς σοι ποιήσομεν PCair.Zen.15v.38 (iii B. C.): Comp. -κώτερον X Mem.4.3.12: Sup. -κώτατα Id.Smp.9.4.

German (Pape)

[Seite 1278] dem Freunde gehörig, gebührend, geziemend, eigen, freundschaftlich, freundlich; ὁπόταν φιλικὰ παράσχῃ ξένια Plat. Legg. XI, 919 a; φιλικὰ ἔργα, auch ohne ἔργα, Freundschaftsbeweise, Xen. Cyr. 8, 7,15 Mem. 2, 6,21. 3, 10, 3 u. Folgde; φιλικὴ κοινωνία πραγμάτων Pol. 2, 37, 10. – Adv., φιλικῶς ἔχειν πρός τινα, freundlich gegen Einen gesinnt sein, Plat. Gorg. 485 e; Pol. 4, 32, 4; φιλικώτερον χρῆσθαί τινι Xen. Mem. 4, 3,13.

Greek (Liddell-Scott)

φῐλῐκός: -ή, -όν, ὡς καὶ νῦν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς φίλον, ξενίᾳ Πλάτ. Νόμ. 919Α· ἔργα Ξεν. Κύρ. Παιδ. 8. 7, 15· ἐπὶ προσώπου, Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 8. 5, 2· φιλικώτερόν ἐστι Ξεν. Κύρ. Παιδ. 2. 4, 32· τὸ φιλικώτατον ἦθος ὁ αὐτ. ἐν Ἀπομν. 3. 10, 3· ― φιλικά, τεκμήρια φιλίας, φιλικὰ παθεῖν ὑπό τινος ὁ αὐτ. ἐν Κύρ. Παιδ. 4, 6, 6· τὰ φιλικὰ ὁ αὐτ. ἐν Ἀπομν. 2. 6. 21, Ἀριστ. Ἠθ. Νικ. 9, 4, 1, κ. ἀλλ.· φιλικὰ καὶ ποιητικὰ φιλίας αὐτόθι 8. 6, 1· οὕτω, φιλικὸν οὐδὲν ἐποίουν Ξεν. Ἀν. 4. 1, 9. ― Ἐπίρρ. -κῶς, μὲ φιλικὸν τρόπον, Πλάτ. Γοργ. 485Ε, Ξεν., κλπ.· φ. ἔχειν ἢ διακεῖσθαι πρός τινα, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ πολεμικῶς ἔχειν, Ξεν. Ἑλλ. 4. 8, 17, Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 7. 4, 10· φιλικῶς διατελεῖν πρός τινα Ἰσαῖος 64. 11. Συγκρ. -κώτερον, Ξεν. Ἀπομν. 4. 3, 12· ὑπερθ. -κώτατα, ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 9. 4.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
d’ami ou d’amitié, amical ; τὰ φιλικά XÉN marques ou témoignages d’amitié;
Cp. φιλικώτερος, Sp. φιλικώτατος.
Étymologie: φίλος.

Greek Monolingual

-ή, -ό / φιλικός, -ή, -όν, ΝΜΑ φίλος
αυτός που ανήκει και αναφέρεται στον φίλο ή στη φιλία ή αυτός που νιώθει και εκφράζει φιλία (α. «φιλικές σχέσεις» β. «φιλική συντροφιά» γ. «φιλική συμπεριφορά» δ. «ἀλλ' ἐπὶ ταῡτα εὐθὺς οἰκοδομεῑτε ἄλλα φιλικὰ ἔργα», Ξεν.)
νεοελλ.
1. μτφ. ο ταγμένος με το μέρος κάποιου (α. «η ελπίδα απάντεχε να ιδεί τα φιλικά καράβια», Σολωμ.
β. «φιλική χώρα» γ. «φιλικό έθνος»)
2. το αρσ. ως ουσ. ο φιλικός·μέλος της Φιλικής Εταιρείας
3. φρ. «Φιλική Εταιρεία» — μυστική εταιρεία που ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό από τον Νικόλαο Σκουφά, τον Αθανάσιο Τσακάλωφ και τον Εμμανουήλ Ξάνθο και η οποία είχε ως κύριο σκοπό την οργάνωση και προετοιμασία του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού
μσν.
(το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ φιλικά
συμπόσιο συγγενών
αρχ.
1. το ουδ. ως ουσ. τὸ φιλικόν
πιθ. εύνοια
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα αισθήματα ή οι αποδείξεις φιλίας, τα τεκμήρια φιλίας
3. φρ. «φιλικον μέλος» — ερωτικό άσμα (Θεόκρ.).
επίρρ...
φιλικώς / φιλικῶς, ΝΜΑ, και φιλικά Ν
με φιλικό τρόπο.

Greek Monotonic

φῐλῐκός: -ή, -όν (φίλος), αυτός που ανήκει ή αυτός που ταιριάζει σε ένα φίλο, αυτός που αρμόζει σε ένα φίλο, φιλικός, σε Ξεν. κ.λπ.· φιλικά, αποδείξεις ή διακριτικά γνωρίσματα φιλίας, σε Ξεν.· επίρρ. -κῶς, με φιλικό τρόπο, σε Πλάτ. κ.λπ.· φιλίαν ἔχειν, είμαι ευνοϊκά διατεθειμένος, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

φῐλῐκός: дружеский, дружественный (ἔργα Xen.; ξένια Plat.; κοινωνία Polyb.).

Middle Liddell

φῐλῐκός, ή, όν φίλος
of or for a friend, befitting a friend, friendly, Xen., etc.:— φιλικά proofs or marks of friendship, Xen. adv. -κῶς, in a friendly way, Plat., etc.; φ. ἔχειν to be kindly disposed, Xen.