Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ευημερία

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

η (ΑΜ εὐημερία, Α και δωρ. τ. εὐαμερία) ευήμερος
αφθονία αγαθών, ευπορία (α. «ἕξεις εὐημερίαν βίου», Ευρ.
β. «οικονομική ευημερία»)
μσν.-αρχ.
στρατιωτική επιτυχία («ἕως ἄν ἡμῑν καὶ ὑμῑν οἱ θεοὶ διδῶσιν τὴν εὐημερίαν», Πολ.)
μσν.
1. εύνοια
2. απόλαυση προνομίων
αρχ.
1. καλός καιρός, καλοκαιρίαὅταν εὐημερίας γενομένης ἀναθερμαίνηται ἡ γῆ», Αριστοτ.)
2. η χαρά της ζωής («ὡς ἐνούσης τινὸς εὐημερίας ἐν αὐτῷ [τῷ ζῆν] καὶ γλυκύτητος φυσικῆς», Αριστοτ.)
3. (για το σώμα) ευεξία, καλή κατάσταση
4. τιμή και δόξα
5. επιτυχία (εμπορική, θεατρική κ.λπ.) («τὴν παρὰ τοῑς θεάτροις εὐημερίαν», Αθήν.)
6. απρόβλεπτο κέρδος
7. φρ. «εὐημερίας ἡμέραν ἐπιτελεῑν» — να κρατάει κάποιος μια μέρα για διασκέδαση.