Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εἴσπραξις

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: εἴσπραξις Medium diacritics: εἴσπραξις Low diacritics: είσπραξις Capitals: ΕΙΣΠΡΑΞΙΣ
Transliteration A: eíspraxis Transliteration B: eispraxis Transliteration C: eispraksis Beta Code: ei)/spracis

English (LSJ)

εως, ἡ,

   A getting in or collection of taxes or dues, τοῦθύματος Th.5.53 ; τῶν εἰσφορῶν D.24.8, cf. SIG364 A50 (Ephesus), IG22.1273.24, etc.; βαρύνεσθαι.. ἀδίκοις εἰσπράξεσι exactions, OG 1669.5, cf. Plu.Demetr.27.    II levy of recruits, Wilcken Chr. 469.4 (iv A.D.).

German (Pape)

[Seite 746] ἡ, das Eintreiben, Einfordern; Thuc. 5, 53; τῶν εἰσφορῶν Dem. 24, 8; Plut. Demetr. 27; B. A. 245 erkl. ἀπαίτησις.

Greek (Liddell-Scott)

εἴσπραξις: -εως, ἡ, ἡ συλλογή, πραλαβὴ τῶν φόρων ἢ ὀφειλῶν, παρεσκευάζοντο... διὰ τοῦ θύματος τὴν ἔσπραξιν ἐσβαλοῦντες, νὰ εἰσβάλωσιν ἐπὶ προφάσει τοῦ θύματος, Θουκ. 5. 53· τῶν εἰσφορῶν Δημ. 702. 13· βαρύνεσθαι... ἀδίκοις εἰσπράξεσι, ἀδίκοις ἀπαιτήσεσι χρημάτων κτλ., Συλλ. Ἐπιγρ. 4957. 5.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
anc. att. ἔσπραξις;
perception.
Étymologie: εἰσπράσσω.

Spanish (DGE)

-εως, ἡ

• Alolema(s): ἐσ- Th.5.53, D.C.41.37.1
admin. y econ.
1 recaudación, percepción, cobro de tributos, deudas, etc., c. gen. obj. τοῦ θύματος Th.l.c., τῶν φόρων Isoc.12.63, 67, χρημάτων IG 22.1631.403 (IV a.C.), cf. D.22.47, I.AI 14.273, Eus.HE 10.8.12, τῶν εἰσφορῶν D.24.8, ἡ εἴ. τῶν σκευῶν la recaudación (de dinero) para (adquirir) los aparejos de las naves, D.14.22, ἡ εἰς τὸν βασιλικὸν τῶν καθηκόντων εἴ. PTeb.27.25 (II a.C.), τῶν δημοσίων PMich.582.2.7 (I d.C.), τέλους SEG 39.1180.96, cf. 102 (Éfeso I d.C.), τοῦ πυροῦ PPetaus 53.12 (II d.C.), cf. PBremen 3.5 (II d.C.), τῶν κα[τ] αλοχ[ισ] μῶν BGU 1588.3 (III d.C.), de multas IG 22.1273.24 (III a.C.), Ael.VH 12.53, τῶν ὀφειλομένων αὐτοῖς PWürzb.9.64 (II d.C.), cf. Thdt.Is.18.343, c. determ. adj. εἰσπράξεις σιτικαί τε καὶ ἀργυρικαί SB 13175.4.14 (II d.C.), c. pred. πικροτάτας τὰς ἐσπράξεις ... ἐποιοῦντο realizaban el cobro de deudas del modo más implacable D.C.41.37.1.
2 exacción, cobro abusivo o injusto μὴ βαρυνομένην (τὴν Αἴγυπτον) καιναῖς καὶ ἀδίκοις εἰσπράξεσι ITemple of Hibis 4.5 (I d.C.), cf. D.C.42.34.1, τῆς εἰσπράξεως συντόνου καὶ ἀπαραιτήτου γενομένης Plu.Demetr.27, παρὰ τῶν στατιωναρίων καὶ τῶν ... φρουμενταρίων καὶ κολλητιώνων TAM 5(1).154.3 (Saitas, imper.), εἴσπραξιν καὶ ἐνόχλησιν TAM 5(1).419.18 (III d.C.).
3 ejecución, cobro ejecutivo de una deuda en caso de impago ἀποτισάτω διπλασίαν τὰν εἴσπραξιν τῇ πόλει IG 7.3173.5 (Orcómenos III a.C.), ὁ δὲ δανειστὴς ... ἐκ τῶν ἄλλων κτημάτων τῶν τοῦ ὑποθέντος τὴν εἴσπραξιν ποιείσθω τοῦ ὀφειλομένου SIG 884.50 (Tisbe III d.C.), cf. IG 12.Suppl.533.4 (III a.C.), IEphesos 4.50 (III a.C.), ID 1416C.17 (II a.C.), IG 12(7).67.74 (Amorgos II a.C.), PYadin 17.37 (II d.C.), γιγνομένης σοι τῆς εἰσπράξεως παρά τε ἐμοῦ καὶ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων μοι πάντων POxy.3512.19 (V d.C.).
4 pago, castigo τῶν ἁμαρτημάτων Origenes Comm.in Mt.13.1, τῶν κακῶν τῶν ἐνθάδε Gr.Naz.M.37.881A.
5 leva, reclutamiento Wilcken Chr.469.4 (IV d.C.).

Greek Monotonic

εἴσπραξις: -εως, ἡ, συγκέντρωση, απόκτηση ή συλλογή οφειλών, σε Θουκ., Δημ.

Russian (Dvoretsky)

εἴσπραξις: староатт. ἔσπραξις, εως ἡ взимание, взыскивание, сбор (τοῦ θύματος Thuc.; τῶν εἰσφορῶν Dem.; τῶν χρημάτων Plut.).

Middle Liddell

εἴσπραξις, εως
a getting in or collection of dues, Thuc., Dem. [from εἰσπράσσω