Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θνητογενής

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: θνητογενής Medium diacritics: θνητογενής Low diacritics: θνητογενής Capitals: ΘΝΗΤΟΓΕΝΗΣ
Transliteration A: thnētogenḗs Transliteration B: thnētogenēs Transliteration C: thnitogenis Beta Code: qnhtogenh/s

English (LSJ)

Dor. θνᾱτ-, ές,

   A of mortal race, S.Ant.835 (anap.), E.HF799(lyr.).

German (Pape)

[Seite 1213] ές, sterbliches Geschlechts, καὶ βροτός Soph. Ant. 829; in dor. Form θνατογενής, Eur. Herc. Fur. 798.

Greek (Liddell-Scott)

θνητογενής: Δωρ. θνᾶτ-, ές, ἐκ θνητοῦ γένους καταγόμενος, Σοφ. Ἀντ. 835, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 799.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
né d’un mortel.
Étymologie: θνητός, γίγνομαι.

Greek Monolingual

θνητογενής και δωρ. τ. θνατογενής, -ές (Α)
ο καταγόμενος από θνητό γένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θνητός + -γενής (< γένος), πρβλ. θεα-γενής, θνησι-γενής].

Greek Monotonic

θνητογενής: Δωρ. -θνᾶτ-, -ές (γίγνομαι), αυτός που κατάγεται από θνητή γενιά, που ανήκει στους ανθρώπους, σε Σοφ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

θνητογενής: дор. θνᾱτογενής 2 рожденный смертным, из рода смертных (θ. καὶ βροτός Soph.; θ. τε καὶ Ζεύς Eur.).

Middle Liddell

γίγνομαι
of mortal race, Soph., Eur.