Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θωή

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: θωή Medium diacritics: θωή Low diacritics: θωή Capitals: ΘΩΗ
Transliteration A: thōḗ Transliteration B: thōē Transliteration C: thoi Beta Code: qwh/

English (LSJ)

ἡ,

   A penalty, θωὴν ἐπιθήσομεν Od.2.192; θωὴν ἀλέεινεν Ἀχαιῶν a penalty imposed by them, Il.13.669:—Att. θωά, ἡ, IG12.114.42:— Ion. also θωϊή Archil.109, BCH50.214 (Thasos, V B.C.), prob. l. in Democr.262: θωιιή, SIG58.12(Milet., V B.C.): Att. gen. pl. θῳῶν with ι acc. to Choerob.in Theod.1.405, but v. supr. and cf. θωάω. (I.-E. dhō-, in OE. dóm 'doom', cf. dhē- in τίθημι.)

German (Pape)

[Seite 1229] ἡ (wahrscheinlich von θεω, τίθημι, ὃ κατατίθεται ὁ ζημιούμενος VLL.), die festgesetzte, verhängte Strafe, θωὴν ἐπιθήσομεν Od. 2, 192; Ἀχαιῶν, von den Achäern verhängte Strafe, Vorwurf, Il. 13, 669. – Später auch = Schaden, Verlust.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
ion. c. θωά.

English (Autenrieth)

(τίθημι): penalty, Od. 2.192, Il. 13.669.

Greek Monolingual

θωή, αττ. τ. θωά και ιων. τ. θωϊή, ἡ (Α)
ποινή, τιμωρία.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ανάγεται στην ρίζα dhēτοποθετώ» (-θη-) του. τί-θη-μι, της οποίας εμφανίζει την ετεροιωμένη βαθμίδα θω-. Σχηματίζεται με την κατάλ. -ιά, η οποία διασώζεται στον ιων. τ. θωιή (πρβλ. στωιά, στοά). Το -ι- εμφανίζεται επίσης ως υπογεγραμμένη στο συνθ. -θῷος «εκείνος στον οποίο δεν έχει επιβληθεί ποινή», «ο μη ένοχος». Επίσης διατηρείται στο μεταρρηματικό παρ. θωίασις του παρ. ρ. θοάζω. Βλ. και θω-μός].

Greek Monotonic

θωή: Αττ. θωά, Ιων. θωϊήήθωιιή, (βλ. ἄθῳος), ἡ, ποινή, τιμωρία, σε Όμηρ. (πιθ. από το τί-θημι, επιβάλλω).

Etymological

Grammatical information: f.
Meaning: penalty (Ν 669, β 192)
Other forms: θωϊή, θωιιή (Archil., Ion. inscr., Call.), θΟά (IG 12, 114, 42; Att.)
Compounds: As 2. member in ἀ-θῳ̃ος unpunished, innocent (IA) with ἀθῳόω declare somebody innocent (LXX)
Derivatives: Denomin. verbs: θΟάω (IG 12, 4, 7; 12), fut. θοάσει (IG 22, 1362, 14; Att.), θωέω (Delph.), θΟέω (Locr.) with ἀθώητος ἀζημίωτος H., θΟαίω (Cret.), θΟάζω (El.) condemn to a (money-)fine, punish; from there θωΐασις (Delph.).
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [235] *dʰeh₁- set,lay
Etymology: Formation in -ιά (cf. στωιά, στο(ι)ά a. o., Schwyzer 469) from an unkown basis, usually as "the settled penalty" derived from τίθημι (cf. the ablaut of θωμός); a rather simplistic solution.

Middle Liddell

[v. ἄθῳος]
a penalty, Hom. [Perh. from τίθημι to impose.]