Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καλυτερεύω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

καλυτερεύω)
1. (αμτβ.) γίνομαι καλύτερος, διορθώνομαι, βελτιώνομαι, βελτιώνω τη θέση μου
2. (αμτβ.) πηγαίνω καλύτερα στην υγεία μου
νεοελλ.
(μτβ.) κάνω κάποιον ή κάτι καλύτερο, βελτιώνω, διορθώνω («προσπαθεί να καλυτερέψει την τύχη του»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < καλύτερος + -εύω (πρβλ. χειροτερ-εύω < χειρότερος)].