κατοίομαι

From LSJ

ἀκίνδυνοι δ' ἀρεταὶ οὔτε παρ' ἀνδράσιν οὔτ' ἐν ναυσὶ κοίλαις τίμιαι → but excellence without danger is honored neither among men nor in hollow ships

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κατοίομαι Medium diacritics: κατοίομαι Low diacritics: κατοίομαι Capitals: ΚΑΤΟΙΟΜΑΙ
Transliteration A: katoíomai Transliteration B: katoiomai Transliteration C: katoiomai Beta Code: katoi/omai

English (LSJ)

to be conceited of oneself, LXX Hb.2.5, Ph.Fr.99 H.

German (Pape)

[Seite 1403] (s. οἴομαι), dünkelhafte Meinung von sich haben, LXX; Philo; Suid. erkl. ὁ νομίζων ἑαυτὸν μέγαν καὶ φυσῶν ὑπερηφάνως.

Greek (Liddell-Scott)

κατοίομαι: ἔχω οἴησιν, μεγάλην ἰδέαν περὶ ἐμαυτοῦ, Ἑβδ. (Hab. 2. 5), Φίλων 2. 652.

Greek Monolingual

κατοίομαι (Α)
έχω οίηση, έχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου («ὁ δὲ κατοιόμενος, καὶ καταφρονητής, ἀνήρ ἀλαζών», ΠΔ).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + οἴομαι «νομίζω, έχω τη γνώμη»].