Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυανοειδής

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: κῠᾰνοειδής Medium diacritics: κυανοειδής Low diacritics: κυανοειδής Capitals: ΚΥΑΝΟΕΙΔΗΣ
Transliteration A: kyanoeidḗs Transliteration B: kyanoeidēs Transliteration C: kyanoeidis Beta Code: kuanoeidh/s

English (LSJ)

ές,

   A dark-blue, deep-blue, κ. ἀμφ' ὕδωρ (i. e. the sea) E.Hel.179 (lyr.), cf. Arist.GA779b33, Col.796a18.

German (Pape)

[Seite 1521] ές, dunkelblau oder schwarz von Ansehen; ὕδωρ Eur. Hel. 179; Arist. gen. anim. 5, 1 und Sp.

Greek (Liddell-Scott)

κυᾰνοειδής: -ές, ἔχων χρῶμα βαθὺ κυανοῦν, κ. ἀμφ’ ὕδωρ (δηλ. τὴν θάλασσαν), Εὐρ. Ἑλ. 179 (λυρ.), πρβλ. Ἀριστ. π. Ζ. Γεν. 5. 1, 23, π. Χρωμ. 5. 16.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
d’un bleu sombre, noirâtre.
Étymologie: κύανος, εἶδος.

Greek Monolingual

κυανοειδής, -ές (Α)
αυτός που έχει βαθύ κυανό χρώμα, γαλαζόμαυρος («στολή κυανοειδής», Πλούτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κύανος + -ειδής (< εἶδος)].

Greek Monotonic

κυᾰνοειδής: -ές (εἶδος), ο βαθύς μπλε, αυτός που έχει σκοτεινό μπλε χρώμα, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

κυᾰνοειδής: темно-синий, темный (ὕδωρ Eur.; οἱ βότρυες Arst.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κυανοειδής -ές [κύανος, εἶδος] diep donkerblauw, azuurblauw (van de zee).

Middle Liddell

κυᾰνο-ειδής, ές εἶδος
dark-blue, deep-blue, Eur.