Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαστίχα

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

η, και μαστίχι, το (AM μαστίχη, Μ και μαστίχα)
βοτ. αρωματική ρητίνη που λαμβάνεται ως έκκριμα από εντομές στον κορμό και στα κλαδιά του μαστιχόδεντρου και άλλων συγγενών φυτών
νεοελλ.
1. οινοπνευματώδες αρωματικό ποτό που περιέχει μαστίχα
2. ζαχαρόπηκτο παρασκεύασμα με μαστίχα για μάσημα
νεοελλ.-μσν.
γλυκό του κουταλιού που περιέχει μαστίχα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. μαστίχη (αρχ. «ουσία που μασάει κανείς με τα δόντια») είναι υποχωρητ. σχηματισμός από το ρ. μαστιχῶ «τρίζω τα δόντια», συνεκδ. «μασώ». Ο τ. μαστίχ-α μεταπλασμένος τ. του μαστίχ-η κατά τα θηλ. σε -α (πρβλ. βελόνη - βελόνα, καλύβη - καλύβα κ.ά.)].