μελανόχροος
English (LSJ)
μελανόχροον, = μελάγχροος, Od.19.246: heterocl. nom. pl. κύαμοι μελανόχροες Il.13.589: gen. sg. -χροος Nic.Th.941: acc. sg. -χροα Orph.L.363: contr. μελανόχρους PLond.2.333.23 (ii A. D.):—also μελανοχροιής, Suid.; μελανόχρως, ωτος, ὁ, ἡ, = μελάγχρως, E.Hec.1106 (lyr., as v.l.), Arist. Phgn.808a17, Theoc.3.35; μελανόχρων Thphr. Sens.78.
German (Pape)
[Seite 120] = μελάγχροος; Od. 19, 246; μελανόχρουν Plut. Arat. 20; γαῖα, Opp. Cyn. 2, 148. Auch gen. μελανόχροος, Nic. Th. 441; u., Plur. μελανόχροες κύαμοι, Il. 13, 589.
French (Bailly abrégé)
οος, οον;
de couleur noire ou de couleur sombre.
Étymologie: μέλας, χρόα.
Russian (Dvoretsky)
μελανόχροος: стяж. μελᾰνόχρους 2 Hom. = μελάγχροος.
Greek (Liddell-Scott)
μελᾰνόχροος: -ον, = μελάγχροος, Ὀδ. Τ. 246· ἑτερόκλ. ὀνομαστ. πληθ., κύαμοι μελανόχροες Ἰλ. Ν. 589· καὶ ἑνικ. γεν. -χροος ἐν Νικ. Θηρ. 941. Τύποι τις μελανοχροίης ἀπαντᾷ παρὰ Σουΐδ.· - ὡσαύτως μελᾰνόχρως, -ωτος, ὁ, ἡ, = μελάγχρως, Εὐρ. Ἑκ. 1106 (ἔνθα ἴδε Δινδ.), Θεόκρ. 3. 35· μελανόχρων Θεοφρ. περὶ Αἰσθήσ. § 78·- πρβλ. μελάγχροος, κελαινόχρως.
English (Autenrieth)
and μελανό-χρως, οος: dark-skinned, black, Od. 19.246 and Il. 13.589.
Greek Monotonic
μελᾰνόχροος: -ον, = μελάγ-χροος, σε Ομήρ. Οδ.· ετερόκλ. ονομ. πληθ. μελανόχροες, σε Ομήρ. Ιλ.