Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κελαινόχρως

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: κελαινόχρως Medium diacritics: κελαινόχρως Low diacritics: κελαινόχρως Capitals: ΚΕΛΑΙΝΟΧΡΩΣ
Transliteration A: kelainóchrōs Transliteration B: kelainochrōs Transliteration C: kelainochros Beta Code: kelaino/xrws

English (LSJ)

ωτος, ὁ, ἡ,

   A black-coloured, σίλφη AP9.251 (Even.), prob. l. in A.Supp.785 (lyr.): also κελαινό-χροος, ον, Man.4.261.

German (Pape)

[Seite 1414] ωτος, von schwarzer Farbe, Haut, schwarz, σίλφη Euen. 16 (IX, 251).

Greek (Liddell-Scott)

κελαινόχρως: -ωτος, ὁ, ἡ, μέλας τὴν χροιάν, τὸ δέρμα, Ἀνθ. Π. 9. 251· καὶ οὕτω διορθώνει ὁ Δινδ. ἀντὶ μέλ- ἐν Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 785·- κελαινόχροος, ον, Μανέθων 4. 261.

French (Bailly abrégé)

ωτος (ὁ, ἡ)
sombre.
Étymologie: κελαινός, χρόα.

Greek Monolingual

κελαινόχρως, -ωτος, ὁ, ἡ και κελαινόχρους, -ουν (ΑΜ)
αυτός που έχει μαύρη χροιά, μελαψό δέρμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κελαινός + -χρως (< χρώς «επιδερμίδα, χροιά»), πρβλ. απαλό-χρως, μελάγ-χρως. Ο τ. κελαινόχρους < κελαινός + -χρους (< χρους < χρώς), πρβλ. γυμνό-χρους, κακό-χρους].

Greek Monotonic

κελαινόχρως: -ωτος, ὁ, ἡ, μελανόχρωμος, σε Ανθ.

Middle Liddell

κελαινό-χρως, ωτος,
black-coloured, Anth.