Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μυριόνταρχος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μῡρῐόνταρχος Medium diacritics: μυριόνταρχος Low diacritics: μυριόνταρχος Capitals: ΜΥΡΙΟΝΤΑΡΧΟΣ
Transliteration A: myrióntarchos Transliteration B: myriontarchos Transliteration C: myriontarchos Beta Code: murio/ntarxos

English (LSJ)

ὁ, A = μυρίαρχος, A.Pers.314, f.l. ib.993 (lyr.); v. μυριοταγός.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 219] = μυρίαρχος, Aesch. Pers. 306. 955.

Greek (Liddell-Scott)

μῡριόνταρχος: ὁ, = μυρίαρχος, Αἰσχύλ. Πέρσ. 314· [αὐτόθ. 994, τὸ μυριόνταρχον εἶναι ἐναντίον τοῦ μέτρου, ὅπερ ἀπαιτεῖ μυριοταγόν, μυριάδαρχον, ἢ παρόμοιόν τινα τύπον, ἴδε Blomf.].

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
c. μυριάρχης.

Greek Monolingual

μυριόνταρχος, ὁ (Α)
μυριάρχης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μύριος, πιθ. μέσω αμάρτυρου μυριοντάς, κατά το ἑκατόνταρχος.

Greek Monotonic

μῡριόνταρχος: ὁ, = μυρίαρχος, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

μῡριόνταρχος: ὁ Aesch. = μυρίαρχος.

Middle Liddell

μῡριόνταρχος, ὁ, = μυρίαρχος, Aesch.]

English (Woodhouse)

μυριόνταρχος = captain of ten thousand, commander of ten thousand men

⇢ Look up "μυριόνταρχος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)