Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νυκτέλιος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: νυκτέλιος Medium diacritics: νυκτέλιος Low diacritics: νυκτέλιος Capitals: ΝΥΚΤΕΛΙΟΣ
Transliteration A: nyktélios Transliteration B: nyktelios Transliteration C: nyktelios Beta Code: nukte/lios

English (LSJ)

ον, (νύξ)

   A nightly, epith. of Dionysus, from his nightly festivals, AP9.524.14, Plu.2.389a, Paus.1.40.6.    2 νυκτέλιον, τό, night-festival, Ἴσιδος POxy.525 (ii A.D.): in pl., festival of Dionysus Νυκτέλιος, Plu.2.291a.

Greek (Liddell-Scott)

νυκτέλιος: -ον, (νὺξ) νυκτερινός, ὄνομα τοῦ Διονύσου, ἐκ τῶν νυκτερινῶν αὐτοῦ ἑορτῶν, Ἀνθ. Π. 9. 524, 14, Πλούτ. 2. 389Α, Παυσ. 1. 40, 6· ― νυκτέλια (ἐξυπ. ἱερά), τά, ἡ ἑορτὴ τοῦ Νυκτελίου Διονύσου, ἥτις ἤγετο ἐν τῷ σκότει τῆς νυκτός, Πλούτ. 2. 291Α.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
auquel on rend un culte nocturne (Dionysos) ; τὰ νυκτέλια fêtes nocturnes de Bacchos.
Étymologie: νύξ, τελέω.

Greek Monolingual

νυκτέλιος, -ον (Α)
1. (ως προσωνυμία του θεού Διονύσου) νυκτερινός
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ νυκτέλια (ενν. ἱερά)
γιορτή που τελούσαν προς τιμή του θεού Διονύσου και η οποία ονομάστηκε έτσι, επειδή συνήθως γινόταν κατά τη διάρκεια της νύχτας
3. το ουδ. ως ουσ. τὸ νυκτέλιον
νυκτερινή γιορτή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νύξ, νυκτός με επίθημα σε -λ- πιθ. από απλολογία ενός αμάρτυρου νυκτιτέλιος (πρβλ. νυκτελεῖν) με κατάλ. -ιος].

Greek Monotonic

νυκτέλιος: -ον (νύξ), νυχτερινός, προσωνύμιο του Βάκχου από τις νυχτερινές γιορτές του, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

νυκτέλιος: прославляемый в ночных празднествах (эпитет Вакха) Plut., Anth.

Middle Liddell

νυκτέλιος, ον, [νύξ]
nightly, name of Bacchus, from his nightly festivals, Anth.