Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐργάζομαι

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ἐργάζομαι Medium diacritics: ἐργάζομαι Low diacritics: εργάζομαι Capitals: ΕΡΓΑΖΟΜΑΙ
Transliteration A: ergázomai Transliteration B: ergazomai Transliteration C: ergazomai Beta Code: e)rga/zomai

English (LSJ)

Il.18.469, etc., Cret. ϝεργάδδομαι Schwyzer181v5 : fut.

   A -άσομαι Thgn.1116, etc., Dor. ἐργαξοῦμαι Theoc.10.23, ἐργῶμαι PCair.Zen.107.4 (iii B. C.), LXX Ge.29.27, al., IG7.3073.12 (Lebad., ii B. C.) (but Hsch. ἐργᾷ· ἐργάζει): aor. εἰργασάμην, Ion. ἐργ- Hdt.2.115, A.Th.845 (lyr.), etc., 3pl. opt. ἐργασαίατο Ar.Av.1147, Lys.42 ; Dor. ἠργάξαντο SIG248 M (Delph., iv B. C.): pf. εἴργασμαι, Ion.ἔργ- Hdt.2.121.έ, A.Fr.311, etc.—These tenses are used both in Med. and Pass. signfs.: for other Pass. tenses, v. infr.111:—Att. Inscrr. of cent. iv have ἠργαζόμην, ἠργασάμην, (ἐξ-) IG22.1585.11, 1669.10, al., but εἴργασμαι ib.1666 A27 ; so also ἠργάσατο ib.7.424 (Oropus, iv B. C.), εἰργασμένος ib.3073.51 (Lebad., ii B. C.), ἐξήργασατο UPZ19.8 (ii B. C.), εἴργασμαι PCair.Zen.146.3 (iii B. C.); but this rule is often broken in later Pap., Inscrr., and codd.:—work, labour, esp. of husbandry, Hes.Op.299, 309, Th.2.72, etc.; but also of all manual labour, of slaves, ἐ. ἀνάγκῃ Od.14.272 ; of quarrymen, Hdt.2.124, etc.; τὴν οὐσίαν οὐ δικαζόμενον ἀλλ' ἐργαζόμενον κεκτημένον Antipho 2.2.12 ; ἐ. ἐν τοῖς ἔργοις in the mines, D.42.31 : c. dat. instr., χαλκῷ with brass, Hes.Op.151 ; also of animals, βοῦς ἐργάτης ἐργάζεται S. Fr.563 ; of birds working to get food, Arist.HA616b35 ; of bees, ib. 625b22 ; of Hephaestus' self-acting bellows, Il.18.469 ; τὸ χρῆμ' ἐργάζεται the matter works, i.e. goes on, Ar.Ec.148 ; ὁ ἀὴρ ἐργάζεται produces an effect, Thphr.CP5.12.7 ; οὐχ ὁμοίως ἐργάσεται τὸ θερμόν ib.6.18.11.    II trans., work at, make, ἔργα κλυτά, of Athena, Od. 20.72, cf. 22.422 ; ἀγάλματα, ὕμνους, Pi.N.5.1,I.2.46 ; τρίποδα, Νίκην, SIG34 (Delph., v B. C.); ἁμαξίδας Ar.Nu.880 ; οἰκοδόμημα Th.2.76 ; εἰκόνας, ἀνδριάντας, καλὰ ἔργα, Pl.Cra.431c, X.Mem.2.6.6, Pl.Men. 91d ; κηρόν, σχαδόνας, of bees, Arist.HA627a6,30 ; μέλι Sor.Vit. Hippocr.11 ; make so and so, ξηρὸν ἐ. τινά Luc.DMar.11.2 ; μέγαν Ael.VH3.1.    2 do, perform, ἔργα ἀεικέα Il.24.733 ; ἔργον ἐπ' ἔργῳ ἐ., of husbandmen, Hes.Op.382, cf. 397 ; ἐργασίας ἐ. Arist.EN1121b33, cf. X.Oec.7.20 ; ἐναίσιμα, φίλα ἐ., Od.17.321, 24.210 ; θαυμαστά Pl.Smp.213d ; περὶ θεοὺς ἄδικον μηδέν Id.Grg.522d ; ἐ. πρᾶγμα, opp. βουλεύειν, S.Ant.267, cf. OT347 ; τὸ ἔργον Κυρίου 1 Ep.Cor.16.10 : c. dupl. acc., do something to.., τά περ νῦν ἐ. [ὁ ἥλιος] τὸν Νεῖλον Hdt.2.26, etc.; chiefly in bad sense, do one ill, do one a shrewd turn, κακὰ ἐργάζεσθαί τινα S.Ph.786, Th.1.137, etc.; so οἷά μ' εἰργάσω, τί μ' ἐργάσει; S.Ph.928,1172 (lyr.), etc.; μὴ δῆτα τοῦτό μ' ἐργάσῃ Id.El. 1206 ; αἴσχιστα ἐ. τινά Ar.V.787 ; less freq., ἀγαθὰ ἐ. τινά Hdt.8.79, cf. Th.3.52, Pl.Cri.53a ; πολλὰ καὶ καλὰ τὴν Ἑλλάδα Id.Phdr.244b ; seldom τινί τι Ar.V.1350 ; οἷν ἐμοὶ δυοῖν ἔργ' ἐστὶ κρείσσον' ἀγχόνης εἰργασμένα S.OT1374.    b perform rites, τὰ ἱερὰ ἐ. 1 Ep.Cor.9.13.    c in Law, ζημίαν ἐ. do damage, Is.6.20, cf. Hyp.Ath.22.    3 work a material, ὅπλα..οἷσίν τε χρυσὸν ἐργάζετο Od.3.435 ; ἐ. γῆν till the land, Hdt.1.17, etc.; ἐ. [ἀγροὺς] ἐργάταις X.Cyr.1.6.11 ; γῆν καὶ ξύλα καὶ λίθους Id.HG3.3.7 ; [ἀργυρῖτιν] Docum. ap. D.37.28 ; ἐ. θάλασσαν, of traders, D.H.3.46 ; γλαυκὴν ἐ., of fishers, Hes.Th. 440.    4 earn by working, χρήματα Hdt.1.24, Ar.Eq.840, etc.; καινὸν βίον ἐκ τοῦ δικαίου And.1.144, cf. Hes.Op.43 ; ἀργύριον ἀπὸ σοφίας Pl.Hp.Ma.282d ; μισθοῦ τὰ ἐπιτήδεια X.Mem.2.8.2.    5 work at, practise, μουσικήν, τέχνας, etc., Pl.Phd.60e, R.374a, etc.; ἐπιστήμας X.Oec.1.7 ; ἀρετὴν καὶ σωφροσύνην v.l. in Isoc.13.6 ; δικαιοσύνην, ἀνομίαν, Act.Ap.10.35, Ev.Matt.7.23.    6 abs., work at a trade or business, traffic, trade, ἐν [γναφείῳ] Lys.23.2 ; ἐν ἐμπορίῳ καὶ χρήμασιν D.36.44 ; ἐν τῇ ἀγορᾷ Id.57.31 (also οἱ τὴν τετράγωνον (sc. ἀγοράν) ἐργαζόμενοι those who trade in the square, BCH8.126 (cf. Glotta14.73)); κατὰ θάλατταν D.56.48 ; τούτοις..ναυτικοῖς ἐ. trade with this money on bottomry, Id.33.4 ; δὶς ἢ τρὶς ἐ. τῷ αὐτῷ ἀργυρίῳ Id.56.30 ; ταῦτα ἐ. thus he trades, Id.25.82 ; οἱ ἐργαζόμενοι traders, Id.34.51 ; οἱ ἐν Δήλῳ ἐ., = Lat. qui Deli negotiantur, CIG2285b ; esp. of courtesans, σώματι ἐ., Lat. quaestum corpore facere, D.59.20 ; ἐπὶ τέγους ἀπὸ τοῦ σώματος Plb.12.13.2 ; ἀπὸ τῆς ὥρας Alexis Sam. ap. Ath.13.572f, Plu.Tim.14.    7 cause, κολακείην Democr.268 ; πημονάς S.Ant.326 ; πόθον τινί D.61.11 ; σύριγγας ἀνιάτους Paul.Aeg. 6.44.    III Pass., rarely in pres. and impf., D.H.8.87 (ἐξ-), Hyp.Eux.35 : fut. ἐργασθήσομαι S.Tr.1218, (ἐξ-) Isoc.Ep.6.8 : pf. εἴργασμαι (v. infr.): aor. 1 εἰργάσθην Pl.R.353a, Thphr.HP6.3.2, etc.    1 to be made or built, ἔργαστο τὸ τεῖχος Hdt.1.179 ; ἐκ πέτρας εἰργασμένος A.Pr.244 ; οἰκοδόμημα διὰ ταχέων εἰργ. Th.4.8 ; λίθοι εἰργ. wrought stones, Id.1.93 ; γῆ εἰργ. X.Oec.19.8 ; θώρακας εὖ εἰργ. Id.Mem.3.10.9.    2 to be done, A.Ag.354, 1346, E.Hec.1085 ; εἰργασμένα things done, deeds, Hdt.7.53 (ἐργ-), E.Ion1281, cf. S.OT1369.

German (Pape)

[Seite 1018] fut. ἐργάσομαι, aor. εἰργασάμην, perf. εἴργασμαι, act. u. pass.; εἰργάσθην u. ἐργασθήσομαι nur pass.; arbeiten, thätig sein, Il. 18, 469; σφίσιν ἐργάζεσθαι ἀνάγκῃ Od. 14, 272, wie ἐργάζεσθαι ἑωυτῷ πάντας Αἰγυπτίους, ihm, für ihn arbeiten, Her. 2, 124; im Ggstz von ἀργεῖν, Hes. O. 297. 307; παντὸς ἀνδρὸς ἐργαζομένου ἤνετο τὸ ἔργον Her. 8, 71; θέρους τὰ πολλὰ γυμνοὶ ἐργάζονται Plat. Rep. IL, 372 a; u. so einzeln bei Folgdn; sogar von Thieren, wie μέλισσαι Arist. H. A. 9, 40; βοῦς Soph. tr. 149; – auch c. dat. instrum., χαλκῷ δ' εἰργάζοντο Hes. O. 150. – Häufiger c. acc., verfertigen, verrichten, ἔργα, Arbeiten fertigen, Geschäfte betreiben, Il. 24, 733 Od. 20, 72. 22, 422; φίλα, ἐναίσιμα, 17, 321. 24, 210, u. so häufig bei Anderen; auch πρᾶγμα, Plat. Gorg. 519 c; αἰσχρά τε καὶ κακά Prot. 345 c; δεινὰ καὶ ἀσεβῆ Rep. III, 391 d; – ὅπλα, οἷσίν τε χρυσὸν εἰργάζετο, mit denen er das Gold bearbeitete, Od. 3, 435; sehr gew. γῆν, das Land bestellen, vom Ackerbauer, Her. 1, 17; Xen. Cyr. 5, 4, 24; γῆν καὶ ξύλα καὶ λίθους Hell. 3, 3, 7; Plat. Rep. IV, 420 e; auch mit ausgelassenem acc., Thuc. 2, 72. 3, 50 u. A.; – ἐν τοῖς ἔργοις, in den Bergwerken, Dem. 42, 31; ἐν τῇ ἀγορᾷ, Handel treiben, 57, 31; wie οἱ ἐργαζόμενοι allein, Arist. oec. 2, 33, s. unten; – θάλασσαν, vom Schiffer u. Fischer, das Meer bearbeiten, auf dem Meere arbeiten, D. Hal. 3, 46; Plut. u. a. Sp.; – ξυμφυτεῦσαι τοὔργον, εἰργάσθαι δέ Soph. O. R. 347; μήτε τὸ πρᾶγμα βουλεύσαντι, μήτε εἰργασαμένῳ Ant. 267; ἀγάλματα, ὕμνους, Pind. N. 5, 1 I. 5, 46; τέχνην, ἐπιστήμην, Handwerk, Kunst u. Wissenschaft betreiben, Plat. Rep. II, 374 a; μ ουσικὴν ποίει καὶ ἐργάζου Phaed. 60 e; vgl. Lys. 24, 6; Aesch. 1, 27 u. A.; εἰκόνας Plat. Crat. 431 c; καλλίους τὰς οἰκίας 429 a; so Thuc. u. A. oft; – erarbeiten, erwerben, χρήματα Her. 1, 24; τῷ σώματι 1, 93, von Hetären, wie Dem. 59, 20; auch ἀπὸ τοῦ σώματος, Pol. 12, 13, 2; ἀφ' ὥρας, Plut. Tim. 14 u. Ath. XIII, 572 f; übh. Unzucht treiben, Luc. adv. ind. 25; τὰ δειλὰ κέρδη πημονὰς ἐργάζεται Soph. Ant. 326, bringt Leid; ὅσον ἀργύριον εἴργασμαι ἐγώ Plat. Hipp. mai. 282 d u. öfter in diesem Gespräch; vgl. noch Ar. Equ. 840 τρίαιναν ᾗ πολλὰ χρήματ' ἐργάσει σείων τε καὶ ταράττων u. Dem. πειρῶμαι ναυτικοῖς ἐργάζεσθαι, ich versuche im Seehandel Geschäfte zu machen, durch Seezinsen Geld zu verdienen, 33, 4; ἐν ἐμπορίῳ καὶ χρήμασιν ἐργαζομένοις ἀνθρώποις 36, 44; τὰ ἐπιτήδεια 59, 39; auch absol., wie δημιουργῶν ἐργαζομένων 27, 20; βίον εἰργασάμην ἐκ τοῦ δικαίου, ich verdiente mir auf gerechte Weise meinen Lebensunterhalt, Andoc. 1. 144; τῶν ἐπὶ τέγους ἀπὸ τοῦ σώματος εἰργασμένων οὐδείς Pol. 12, 13, 2; – ζημίαν εἰργασμένος, der Strafe verwirkt hat, Is. 6, 20; – verarbeiten, vom Magen, die Speisen, καὶ πέττει τὴν τροφήν Arist. – Oft mit doppeltem acc., ἐργάζεσθαί τινά τι, Einem Etwasanthun, bes. etwas Schlimmes, ἀνήκεστον κακὸν ἀλλήλους Isocr. 4, 172; οἷά μ' ἐργάσει κακά Soph. Phil. 775; οἷά μ' εἰργάσω, τί μ' εἴργασαι; 916. 1157; vgl. Ai. 109; εἴργασαι δέ μ' ἄσκοπα El. 1315; τὰς Μυκήνας οὐδὲν ἐργάσει κακόν Eur. Heracl. 806; πολλὰ ὑμᾶς καὶ κακὰ ὅδ' εἴργασται ἀνήρ Plat. Gorg. 521 e; Ar. Plut. 465; Her. 2, 26; Thuc. 1, 137 u. Sp.; – selten im guten Sinne, πλέω ἀγαθὰ τὴν πατρίδα Her. 8, 79; πολλὰ δὴ καὶ καλὰ τὴν Ἑλλάδα εἰργάσαντο Plat. Phaedr. 244 b; τί πείσας μέγιστον ἀγαθὸν ἐργάσαιτο ἂν τὴν πόλιν Legg. II, 664 a; τί ἀγαθὸν ἐργάσει σαυτόν Crit. 53 a; τοὺς Λακεδαιμονίους ἀγαθόν τι Thuc. 3, 52; τὴν πόλιν ἀγαθόν τι τοσοῦτον ἐργάσασθαι Andoc. 2, 10. Abweichend auch τινί τι, πολλοῖς γὰρ χἀτέροις αὔτ' εἰργάσω Ar. Vesp. 1350; ὦ τλῆμον, ὥς σοι δύσφορ' εἴργασται καλά, wie ist dir unerträglich Leid angethan worden, Eur. Hec. 1085. – Bei Sp. auch = zu Etwas machen, τὸν Πηνειὸν μέγαν Ael. V. H. 3, 1; τινὰ ὅλον ξηρόν Luc. d. mar. 10, 2, a. Sp. – Pass. steht das praes., D. Hal. 8, 87 σκεύη οἷς γῆ τ' ἐργάζεται; auch vielleicht Ar. Eccl. 148 τὸ χρῆμ' ἐργάζεται, die Sache wird betrieben, ist im Gange, Schol. ἀνύεται, wo Andere übersetzen: die Sache drängt, hat Eile. Oft das pers., λίθοι εἰργασμένοι, behauene Steine, Thuc. 3, 91; τοὖργον εἰργάσθαι δοκεῖ Aesch. Ag. 1319; ἐκ πέτρας εἰργασμένος Prom. 242; so auch ἐμοὶ ἔργ' ἐστὶ κρείσσον' ἀγχόνης εἰργασμένα Soph. O. R. 1374, vgl. 1369; auch das fut. ἐργασθήσεται, Tr. 1208; τὰ πρόσθεν εἰργασμένα Πέρσῃσι Her. 7, 53; κακὸν ἄρα μοι εἴργασται Plat. Prot. 340 d; ἡ γῆ ἡ εἰργασμένη Xen. Oec. 19, 8; θώρακας εὖ εἰργασμένους Mem. 3, 10, 9.

Greek (Liddell-Scott)

ἐργάζομαι: Ὅμηρ., Ἀττικ.: μέλλ. -άσομαι Ἀττικ., Δωρ. ἐργαξοῦμαι Θεόκρ. 10. 23, ἐργῶμαι Ἑβδ., ὁ τύπος ἐργᾶται (= ἐργάσεται) εὕρηται ἐν Ἐπιγρ. Λεβαδείας (Ἀθηναίου τόμ. Δ΄, σ. 370-72): ἀόριστ. (εἰργασάμην Ἡρόδοτ., Ἀττικ., γ΄ πληθυντ. ἐργασαίατο Ἀριστοφ. Ὄρν. 1147, Λυσ. 42: πρκμ. εἴργασμαι, Ἰων. ἔργ-, Ἡρόδ., Ἀττ. - Ἅπαντες οἱ χρόνοι οὗτοι εἶναι Ἀποθετ.· ἀλλά τινες ἐξ αὐτῶν λαμβάνουσι παθ. σημασ., ἴδε κατωτ. III. Ἡ αὔξησις εἰ γράφεται διὰ τοῦ ἠ ἔν τισιν ἐπιγραφαῖς, ἠργάζετο Συλλ. Ἐπιγρ. 162. 7· ἠργάσατο 4300h (Προσθ.), 4315b, πρβλ. 456· ἠργασμένος 3270. 19: (ἔργον). Ἐργάζομαι, κοπιάζω, κυρίως ἐπὶ γεωργίας (πρβλ. ἔργον 1. 2, ἐργάτης, ἐργασία, ἐργάσιμος), Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 297, 307, Θουκ. 2. 72, κτλ.· ἀλλ’ ὡσαύτως ἐπὶ πάσης χειρωνακτικῆς ἐργασίας τῶν δούλων, τοὺς δ’ ἄναγον ζωούς, σφίσιν ἐργάζεσθαι ἀνάγκῃ Ὀδ. Ξ. 272· ἐπὶ τῶν ἐργαζομένων ἐν λατομίαις, Ἡροδ. 2. 124, κτλ.· ἐργαζόμενον, οὐ δικαζόμενον, κεκτῆσθαι τὴν οὐσίαν Ἀντιφῶν 117. 35· ἐργ. ἐν τοῖς ἔργοις, ἐν τοῖς μεταλλείοις, Δημ. 1048 ἐν τέλ.: μετὰ δοτ. ὀργάν., χαλκῷ, διὰ χαλκοῦ, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 150: - ὡσαύτως ἐπὶ ζῴων, ὅμοια καὶ βοῦς ἐργάτης ἐργάζεται, Σοφ. Ἀποσπ. 149· ἐπὶ πτηνῶν ἐργαζομένων πρὸς κτῆσιν τροφῆς, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 18, 1· ἐπὶ μελισσῶν, αὐτόθι 40, 33· ἐπὶ τῶν αὐτοκινήτων φυσῶν τοῦ Ἡφαίστου, τὰς δ’ (τὰς φύσας δηλ.) ἐς πῦρ ἔτρεψε κέλευσέ τε ἐργάζεσθαι Ἰλ. Σ. 469· τὸ χρῆμ’ ἐργάζεται, τὸ πρᾶγμα ἐργάζεται, δηλ. προχωρεῖ, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 148· ὁ ἀὴρ ἐργάζεται, παράγει ἀποτελέσματα, Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 5. 12, 7. ΙΙ. μεταβατ. ὡς τὸ ποιέω, ἀπεργάζομαι, «κάμνω», κλυτὰ ἔργα, ἐπὶ τῆς Ἀθηνᾶς, Ὀδ. Υ. 72, πρβλ. Χ. 422· ἀγάλματα, ὕμνους Πινδ. Ν. 5. 2, Ι. 2. 66· ἁμαξίδας Ἀριστοφ. Νεφ. 880· οἰκοδόμημα Θουκ. 2. 76· εἰκόνας, ἀνδριάντας, κτλ., Πλάτ. Κρατ. 431C, Ξεν. Ἀπομν. 2. 6, 6, κτλ.· τὸν κηρόν, σχαδόνας, ἐπὶ μελισσῶν, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 40, 49, 54: καθιστῶ, μικροῦ δεῖν ὅλον ξηρὸν εἴργασται Λουκ. Ἐνάλ. Διάλ. 11. 2· - μέγαν Αἰλ. Π. Ἱστ. 3. 1. 2) ὡς τὸ δράω, πράττω, ἐκτελῶ, ἔργα ἀεικέα Ἰλ. Ω. 733· ἔργον ἐργ., ἐπὶ τῶν γεωργῶν, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 380, πρβλ. 395· φίλα, ἐναίσιμα ἐργάζεσθαι Ὀδ. Ρ. 321, Ω. 210· καλά, θαυμαστὰ Πλάτ., κλ.· περὶ θεοὺς ἄδικον Πλάτ. Γοργ. 522D· ἐργ. ἔργον, ἀντίθετον τῷ βουλεύειν, Σοφ. Ἀντ. 267, κτλ., Ο. Τ. 347: - μετὰ διπλῆς αἰτ., κάμνω τι εἰς ἄλλον, πολλοὶ πολλά... ὑμᾶς εἰσιν εἰργασμένοι Ἡρόδ. 2. 26, κτλ.· ἀλλ’ ἐπὶ ταύτης τῆς ἐννοίας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, κάμνω κακόν τι εἴς τινα, κακὰ ἐργάζεσθαί τινα, ὡς τὸ κακὰ δρᾶν ἢ ποιεῖν τινα Σοφ. Φιλ. 786, Θουκ. 1. 137, κτλ.· οὕτω, οἷά μ’ εἰρνάσω; τί μ’ εἴργασαι; Σοφ. Φιλ. 928, 1171, κτλ.· μὴ δῆτα τοῦτό μ’ ἐργάσῃ ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 1206· αἴσχιστα ἐργ. τινα Ἀριστοφ. Σφ. 787· σπανιώτερον, ἀγαθὰ ἐργ. τινα Ἡρόδ. 8. 79, πρβλ. Σοφ. Ο. Τ. 1373, Θουκ. 3. 52, Πλάτ. Κρίτων 53Α· πολλὰ καὶ καλὰ τὴν Ἑλλάδα Πλάτ. Φαῖδρ. 244Β· σπανίως, τινί τι Ἀριστοφ. Σφ. 1350. 3) κατεργάζομαί τι, ὅπλα.., οἷσίν τε χρυσὸν εἰργάζετο Ὀδ. Γ. 435 ἐργ. γῆν Ἡρόδ. 1. 17, κτλ.· ἐργ. γῆν ἐργάταις Ξεν. Κυρ. 1. 6, 11· γῆν καὶ ξύλα καὶ λίθους ὁ αὐτ. ἐν Ἑλλ. 3. 3, 7 ἀργυρῖτιν, ἣν οἱ ἐμοὶ οἰκέται εἰργάσαντο Ἔγκλημα παρὰ Δημ. 974, ἐν τέλ.· ἐργ. θάλασσαν, ἐπὶ ἐμπόρων, Διον. Ἁλ. 3. 46· οὕτω, καὶ τοῖς οἵ γλαυκὴν ἐργάζονται, ἐπὶ ἁλιέων, Ἡσ. Θ. 440: - χωνεύω τροφήν, Λατ. subigere, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9.18, 1, πρβλ. Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 5. 12, 7., 6. 18, 11. 4) κτῶμαί τι ἐργαζόμενος, ὡς νῦν τὸ «καμνω», χρήματα Ἡρόδ. 1. 24, Ἀριστοφ. Ἱππ. 840, κτλ.· βίον ἐκ τοῦ δικαίου Ἀνδοκ. 18. 42, πρβλ. Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 43. 297· ἀργύριον ἀπὸ σοφίας Πλάτ. Ἱππ. Μείζων 282D· μισθοῦ τὰ ἐπιτήδεια Ξεν. Ἀπομν. 2. 8, 2· ἐμπορεύομαι, ταῦτα γεωργεῖ, ταῦτα ἐργάζεται Δημ. 794. 22· ζημίαν ἐργ. (δηλ. ἑαυτῷ) Ἰσαῖ. 58. 19. 5) ἐξασκῶ, Λατ. exercere, τέχνην, ἐργασίαν Πλατ., Φαῖδρ. 60Ε, κτλ.· ἐπιστήμην Ξεν. Οἰκ. 1. 7. 6) ἀπολ., ἐργάζομαι ἔργον τι ἢ ἀσχολοῦμαι εἰς ἐργασίαν τινά, ἐλθὼν ἐπὶ τὸ γναφεῖον, ἐν ᾧ εἰργάζετο Λυσ. 23, 2· ἐν ἐμπορίῳ Δημ. 957. 27· ἐν τῇ ἀγορᾷ 1308, 9· κατὰ θάλασσαν ἐργάζεσθαι 1297. 8· τούτοις πειρῶμαι ναυτικοῖς ἐργάζεσθαι. διὰ τούτων τῶν χρημάτων ἐργάζομαι εἰς ναυτικὰ δάνεια, 893. 24· δὶς ἢ τρὶς ἐργ. τῷ αὐτῶ ἀργυρίῳ 1292. 3· ταῦτα ἐργ., οὕτως ἐμπορεύεται, 794. 22· οἱ ἐργαζόμενοι, οἱ ἐμπορευόμενοι, 922, 10: - ἰδίως ἐπὶ πορνῶν, σώματι ἐργ., Λατ. corporis facere, 1351. 21· ἐργ. ἀπὸ τοῦ σώματος Πολύβ. 12. 13, 2· ἐργασάμεναι ἱκανῶς ἀπὸ τῆς ὥρας (αἱ ἑταῖραι) Ἄλεξις ὁ Σάμιος παρ’
Ἀθην. 572F· πρβλ. ἐνεργάζομαι. 7) προξενῶ, πημονὰς Σοφ. Ἀντ. 236· πόθον τινὶ Δημ. 1404. 18. ΙΙΙ. ὁ παθ. πρκμ. εἴργασμαι εἶναι ἐν χρήσει ἐπὶ ἐνεργ. σημασίας, ὡς π.χ. ἐν Ἡρόδ. 3. 155, Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 321. Ἀντιφ. 125. 36, καὶ οὕτως ἀείποτε παρὰ Σοφ., ἴδε Λοβέκκ. ἐν Σοφ. Αἴ. 21: ἀλλὰ συχνάκις ὡσαύτως ἀπαντᾷ ἐπὶ παθ. σημασίας, 1) γίνομαι ἢ οἰκοδομοῦμαι, ἔργαστο τὸ τεῖχος Ἡρόδ. 1. 179· ἐκ πέτρας εἰργασμένος Αἰσχύλ. Πρ. 242· οἰκοδόμημα διὰ ταχέων εἰργ. Θουκ. 4. 8· λίθοι εἰργ., κατειργασμένοι, ὁ αὐτ. 1. 93· γῆ εἰργ. Ξεν. Οἰκ. 19. 8· θώρακας εὖ εἰργ. ὁ αὐτ. ἐν Ἀπομν. 3. 10. 9. 2) ὡς παθ. ὡσαύτως ἐπὶ τῆς ἐννοίας, γίνομαι, πράττομαι, τελοῦμαι. Αἰσχύλ. Ἀγ. 354, 1346, Εὐρ. Ἐκ. 1085· τὰ εἰργασμένα, τὰ πεπραγμένα, Ἡρόδ. 7. 53, Εὐρ. Ἴων 1281· ἔργ. ἐστι… εἰργασμένα Σοφ. Ο. Τ. 1374, πρβλ. 1369. Ὁ ἐνεστ. ἐπὶ παθ. σημ. εἶναι σπάνιος, τὸ χρῆμ’ ἐργάζεται Ἀριστοφ. Λυσ. 148· σκεύη οἷς γῆ ἐργάζεται Διον. Ἁλ. 8. 87· παρατ. ἠργάζετο (εἰργάζετο Cobet κ. ἄλλ.) Ὑπερείδ. Ὑπὲρ Εὐξενίππ. 44· μέλλ. ἐργασθήσομαι, ἀείποτε ἐπὶ παθητ. σημασ., Σοφ. Τρ. 1218. Ἰσοκρ. Ἐπιστ. 6· καὶ οὕτως ὁ ἀόρ. εἰργάσθην Πλάτ. Πολιτικ. 281Ε, Πολ. 353Α: πρβλ. ἐπ-, δι-, ἐν-, ἐξεργάζομαι.

French (Bailly abrégé)

dép. et Pass.
I. dép. (aux temps suiv. : prés. ἐργάζομαι, impf. εἰργαζόμην, f. ἐργάσομαι, ao. ἠργασάμην, pf. εἴργασμαι);
1 travailler;
2 avec un rég. façonner par son travail, travailler qch : χρυσόν OD de l’or ; γῆν καὶ ξύλα καὶ λίθους XÉN la terre, le bois et la pierre ; abs. ἐργάζεσθαι XÉN travailler la terre ; fig. τέχνην, ἐργασίαν, pratiquer un art, un métier ; ἀρετήν ISOCR pratiquer une vertu;
3 produire par son travail : ἔργα IL des œuvres ; ἀνδριάντας XÉN des statues ; χρήματα HDT se procurer des richesses ; abs. se procurer des ressources en trafiquant, faire du commerce;
4 p. ext. produire, accomplir, faire : ἐργ. ἔργον SOPH agir ; φίλα OD faire des choses agréables (à qqn), travailler selon le désir de qqn ; ἀγαθὰ ou κακὰ ἐργ. τινα HDT faire du bien ou du mal à qqn ; rar. τί τινι EUR faire qch à qqn ; causer : πημονάς SOPH de l’affliction ; τινα μέγαν ÉL rendre qqn grand;
II. Pass. (touj. au f. ἐργασθήσομαι, à l’ao. εἰργάσθην ; souv. au pf. εἴργασμαι et pqp. εἰργάσμην ; rar. au prés. ou à l’impf.)   être travaillé : εἰργασμένη γῆ XÉN terre cultivée ; λίθοι εἰργασμένοι THC pierres travaillées ; οἰκοδόμημα διὰ ταχέων εἰργασμένον THC construction faite en hâte ; θώρακας εὖ εἰργασμένους XÉN cuirasses bien faites ; ἔργ’ ἔστι εἰργασμένα SOPH les choses sont accomplies ; τὰ ἐργασμένα (ion.) Πέρσῃσι HDT les faits et gestes des Perses.
Étymologie: ἔργον.

English (Autenrieth)

(ϝέργον), ipf. εἰργάζετο, ἐργάζοντο: work, do, perform; κέλευσε δε ϝεργάζεσθαι, bade his bellows be at work, Il. 18.469 ; ἔργα ἐργάζεσθαι, Od. 20.72; ἐναίσιμα, ‘do what is right,’ Od. 17.321 ; χρῦσὸν εἰργ<<><>>ζετο, wrought, Od. 3.435.

English (Slater)

ἐργάζομαι (
   1 ϝεργ- (N. 5.1) ) fashion οὐκ ἀνδριαντοποιός εἰμ, ὥστ' ἐλινύσοντα ἐργάζεσθαι ἀγάλματ (N. 5.1) ἐπεί τοι οὐκ ἐλινύσοντας αὐτοὺς (= ὕμνους) ἐργασάμαν (Schr.: εἰργασάμαν codd.) (I. 2.46)

English (Strong)

middle voice from ἔργον; to toil (as a task, occupation, etc.), (by implication) effect, be engaged in or with, etc.: commit, do, labor for, minister about, trade (by), work.

English (Thayer)

deponent middle; imperfect ἐιργαζομην (ἠργαζομην, L T Tr WH; (so elsewhere at times; this variant in augment is found in the aorist also); cf. Winer s Grammar, sec 12,8; Buttmann, 33 (29f); Stephanus Thesaurus iii. 1970c.; (Curtius, Das Verbum, i. 124; Cramer, Anecd. 4,412; Veitch, under the word)); 1st aorist εἰργασάμην (ἠργάσατο, T WH, (add, WH and T Tr WH; cf. references as above)); pf. εἴργασμαι, in a pass. sense (cf. Winer's Grammar, § 38,7e.), Veitch, under the word); (ἔργον); Sept. for פָּעַל, עָבַד, sometimes for עָשָׂה.;
1. absolutely,
a. to work, labor, do work: it is opposite to inactivity or idleness, ταῖς χερσί, νύκτα καί ἡμέραν, L text T Tr WH the genitive, as in ἡμέρα, 1a.); cf. Winer's Grammar, § 30,11and Ellic. on ἐν τῷ ἀμπελῶνι); ὁ ἐργαζόμενος he that does works conformed to the law (Germ. der Werkthatige): to trade, to make gains by trading, (cf. our do business): ἐν τίνι, with a thing, Demosthenes).
2. transitive,
a. (to work, i. e.) to do, work out: τί, L T Tr text) cf. μηδέν, ἔργον, פֹּעַל פָּעַל, ἔργον καλόν εἰς τινα, ἐν τίνι (the dative of person (cf. Winer's Grammar, 218 (205))), εἰς ἐμέ); ἔργα, wrought, passive, τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, what God wishes to be done, τοῦ κυρίου, to give one's strength to the work which the Lord wishes to have done, τό ἀγαθόν, (πρός τινα, κακόν τίνι τί, τινα τί is more common in Greek writings. (Kühner, § 411,5)); τί εἰς τινα, to work, i. e.) to exercise, perform, commit": δικαιοσύνην, τήν ἀνομίαν, ἁμαρτίαν, σημεῖον, bring to pass, effect, τά ἱερά, to be busied with the holy things, i. e. to administer those things that pertain to worship, which was the business of priests and among the Jews of the Levites also, τήν θάλασσαν literally, work the sea (mare exerceo, Justin Martyr, hist. 43,3), i. e. to be employed on (cf. do business on, Dionysius Halicarnassus, Antiquities 3,46; App. Punic. 2; (Lucian, de elect. 5; Winer s Grammar, 223 (209))). to cause to exist, produce: τί, so (for R G κατεργάζεται) L T Tr WH; L T Tr WH.
b. to work for, earn by working, to acquire, (cf. Germ. erarbeiten): τήν βρῶσιν, χρήματα, Herodotus 1,24; τά ἐπιτήδεια, Xenophon, mem. 2,8, 2; Demosthenes 1358,12; ἀργύριον, Plato, Hipp., major edition, p. 282d.; βίον, Andocides (405 B.C.>) myst. (18,42) 144Bekker; θησαυρούς, Theod., βρῶμα, Palaeph. 21,2; others); according to many interpreters also κατεργάζομαι, περιεργάζομαι, προσεργάζομαι.)

Greek Monolingual

και εργάζω (AM ἐργάζομαι)
1. απασχολώ τις σωματικές και πνευματικές μου δυνάμεις στην παραγωγή έργου (α. «εργάζομαι σκληρά» β. «εργάζεται στα χωράφια» γ. «εργάζεται σ’ ένα πρόγραμμα οικονομικής συνεργασίας» δ. «εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω», ΠΔ)
2. απασχολούμαι κάπου επαγγελματικά, ασκώ ως βιοποριστικό επάγγελμα (α. «εργάζεται σε μηχανουργείο» β. «οὐκ ἔξεστι ξένῳ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐργάζεσθαι», Δημοσθ.)
3. κατεργάζομαι, επεξεργάζομαι (α. «εργάζεται καλά το ασήμι» β. «ἐργάζομαι γῆν καὶ ξύλα καὶ λίθους», Ξεν.)
4. (για μηχάνημα, όργανο κ.λπ.) λειτουργώ κανονικά (α. «δεν εργάζεται το νεφρό του» β. «επισκευάσανε τη μηχανή και εργάζεται» γ. «τάς δε... φύσας... ἐς πῡρ ἔτρεψε κέλευσέ τε ἐργάζεσθαι» — ο Ήφαιστος γύρισε τα φυσερά του προς τη φωτιά και τά έβαλε να δουλεύουν, Ομ. Ιλ.)
5. κατασκευάζω (α. «ψιλό πανί εργάζεται» β. «εἰργάσαντο τὸ τεῑχος»)
6. εκτελώ, περατώνω (α. «πράμ’ άξιο δεν εργάζεται, μηδέ ποτέ τιμάται» β. «ἔνθα κεν ἀεικέα ἔργα ἐργάζοιο», Ομ. Ιλ.)
νεοελλ.
1. εκτελώ την καθημερινή μου εργασία, πάω στη δουλειά μου («αρρώστησε και δεν εργάζεται»)
2. ενεργ. εργάζω
α) ασχολούμαι («ό,τι ώρα σέ στοχάζομαι και μετά σένα εργάζω»)
β) μηχανεύομαι, επινοώ («κι αυτά εργάζει ο δαίμονας»)
μσν.- νεοελλ.
1. προσπαθώ, αγωνίζομαι («εργάστηκε και κατόρθωσε αυτό που ήθελε)
2. επινοώ («τί εργάστηκε το μυαλό του!»)
μσν.
μηχανορραφώ
αρχ.-μσν.
1. καθιστώ («μικροῡ δεῑν ὅλον ξηρὸν εἴργασται», Λουκιαν.)
2. (για το πεπτικό σύστημα) χωνεύω (την τροφή)
3. κερδίζωπλέον ἀργύριον ἀπὸ σοφίας εἴργασται», Πλάτ.)
αρχ.
1. μετέχω σε ιεροτελεστίες («oἱ τὰ αισχρά ἐργαζόμενοι ἐκ τοῡ ἱεροῡ ἐσθίουσιν», ΚΔ)
2. προκαλώ («...κέρδη πημονὰς ἐργάζεται», Σοφ.)
3. (για γυναίκα) είμαι πόρνη
4. φρ. α) «ἔργον ἐργάζομαι» — αναλαμβάνω δράση
β) «κακὰ ἐργάζομαί τινα» — προξενώ κακό σε κάποιον, ετοιμάζομαι να βλάψω κάποιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. Είναι το σημαντικότερο από τα παράγωγα της λ. έργον και αρχικά χρησιμοποιούνταν για την εργασία που είχε σχέση με την καλλιέργεια της γης ή για την εργασία που γινόταν με το χέρι ή ακόμη την καλλιτεχνική. Αργότερα έλαβε τη σημ. «προξενώ» (πρβλ. εργάζομαι κακά) και «κερδίζω» (πρβλ. εργάζομαι χρήματα). Στη Νέα Ελληνική δηλώνει γενικώς κάθε είδους παραγόμενη εργασία.
ΠΑΡ. εργασία
αρχ.
εργαστήρ, εργαστής, εργαστικός].

Greek Monotonic

ἐργάζομαι: μέλ. -άσομαι, Δωρ. ἐργαξοῦμαι, αόρ. αʹ εἰργασάμην, παρακ. εἴργασμαι, Ιων. ἔργ-· όλοι αυτοί οι χρόνοι αποθ.· αλλά, κάποιοι από αυτούς λαμβάνουν Παθ. σημασία, βλ. κατωτ. III. (ἔργον
I. εργάζομαι, μοχθώ, κοπιάζω, κυρίως λέγεται για τη γεωργία, σε Ησίοδ., σε Θουκ. κ.λπ.· ομοίως, λέγεται για όλες τις χειρωνακτικές εργασίες των δούλων, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ.· επίσης, λέγεται για πράγματα, όπως για τα φυσερά του Ηφαίστου, σε Ομήρ. Ιλ.
II. μτβ., δουλεύω σε, φτιάχνω, οικοδομώ, σε Ομήρ. Οδ., Αττ.
2. πραγματοποιώ, εκτελώ, αποπερατώνω, ολοκληρώνω, τελειώνω, σε Όμηρ., Αττ.· με διπλή αιτ., κάνω κάτι σε κάποιον άλλο, σε Ηρόδ. κ.λπ.· κακὰ ἐργάζεσθαί τινα, σε Σοφ., Θουκ.
3. κατεργάζομαι, χρυσὸν εἰργάζετο, σε Ομήρ. Οδ.· ἐργ. γῆν, δουλεύω τη γη, σε Ηρόδ.
4. αποκομίζω κέρδη μέσω εργασίας, χρήματα, στον ίδ., Αττ.
5. εξασκώ, ασχολούμαι, Λατ. exercere, τέχνην, σε Πλάτ.
6. απόλ., εργάζομαι, εξασκώ επάγγελμα ή λειτουργώ επιχείρηση, εμπορεύομαι, συναλλάσσομαι, σε Δημ.
III. Παθ. παρακ. εἴργασμαι, χρησιμ. με Ενεργ. σημασία, όπως στον Ηρόδ., Σοφ.· αλλά, επίσης, με Παθ. σημασία:
1. φτιάχνομαι ή οικοδομούμαι, ἔργαστο τὸ τεῖχος, σε Ηρόδ.· ἐκ πέτρας εἰργασμένος, σε Αισχύλ. κ.λπ.
2. γίνομαι, ολοκληρώνομαι, τελειώνω, αποπερατώνομαι, στον ίδ.· μέλ. ἐργασθήσομαι, πάντοτε με Παθ. σημασία, σε Σοφ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἐργάζομαι: (impf. εἰργαζόμην, fut. ἐργάσομαι, aor. εἰργασάμην, pf. εἴργασμαι - ион. ἔργασμαι; pass.: aor. εἰργάσθην, fut. ἐργασθήσομαι)
1) работать, трудиться (ἐν γναφείῳ Lys.; πρὸς τὸν λύχνον Arst.): ἀνάγκῃ ἐ. Hom. заниматься принудительным трудом, т. е. быть обращенным в рабство; ἐ. ἐν τοῖς ἔργοις Dem. работать в рудниках;
2) обрабатывать, обделывать (χρυσόν Hom.; ξύλα καὶ λίθους Xen.; ὁ εἰργασμένος σίδηρος Arst.);
3) (тж. ἐ. γῆν Thuc., Xen. или ἐ. ἀγρούς Xen., Plut.) возделывать землю, пахать (χαλκῷ Hes.; μετὰ τῶν οἰκετῶν Plut.);
4) разрабатывать, эксплуатировать (τὰ περὶ Λυδίαν μέταλλα Arst.);
5) (о пчелах) вырабатывать (τὸν κηρόν Arst.);
6) производить, изготовлять (ἁμαξίδας Arph.);
7) образовывать, выделять (ἡ εἰργασμένη θερμότης Arst.);
8) перерабатывать, переваривать (τὴν τροφήν Arst.);
9) строить, возводить (τὸ τεῖχος Her.; οἰκίας Plat.; οἰκοδόμημα διὰ ταχέων εἰργασμένον Thuc.);
10) вызывать, возбуждать, (φθόνον, ὀργήν Arst.);
11) создавать, ваять (ἀγάλματα Pind.; ἀνδριάντας Xen.; εἰκόνας Plat.);
12) сочинять, слагать (ὕμνους Pind.);
13) делать, творить, выполнять, совершать (κλυτὰ ἔργα Hom.; δεινὰ καὶ ἀσεβή Plat.; αἰσχρὸν ἔργον Plut.): ἐ. τί τινα Her., Thuc., Soph., Plat., реже τί τινι Eur., Arph. делать что-л. кому-л.; περὶ ἀνθρώπους ἄδικον μηδὲν ἐ. Plat. не совершать ничего несправедливого по отношению к людям; πολλὰ καὶ καλὰ τὴν Ἑλλάδα ἐ. Plat. много прекрасного совершить для Эллады; αἴσχιστα ἐ. τινα Arph. постыднейшим образом поступить с кем-л.; τὸ χρῆμα ἐργάζεται Arph. дело (уже) делается, т. е. не терпит отлагательства; τὰ ἐργασμένα Eur., Her. дела, деяния, поступки; ξηρὸν ἐ. τινα Luc. иссушать кого-л.;
14) осуществлять, развивать (ἀρετήν Isocr.);
15) причинять, доставлять (πημονάς Soph.; πόθον τινί Dem.);
16) заниматься, промышлять (τὰς ἐργασίας τινάς Plat., Arst.): ἐ. γλαυκήν Hes. (sc. θάλασσαν) заниматься морским промыслом (т. е. морской торговлей или рыболовством);
17) зарабатывать, наживать (χρήματα Her.; ἀργύριον Plat.);
18) вести торговлю, торговать (ἐν τῇ ἀγορᾷ Dem.; σώματι Dem. или ἀπὸ τοῦ σώματος Polyb.): ἐ. κατὰ θάλασσαν Dem. вести морскую торговлю; οἱ ἐργαζόμενοι Dem. торговцы, купцы.

Middle Liddell

ἔργον
I. to work, labour, properly of husbandry, Hes., Thuc., etc.; but also of all manual labour, Od., Hdt.:—also of things, as Vulcan's bellows, Il.
II. trans. to work at, make, build, Od., attic
2. to do, perform, accomplish, Hom., attic:—c. dupl. acc. to do something to another, Hdt., etc.; κακὰ ἐργάζεσθαί τινα Soph., Thuc.
3. to work a material, χρυσὸν εἰργάζετο Od.; ἐργ. γῆν to work the land, Hdt.
4. to earn by working, χρήματα Hdt., attic
5. to work at, practise, Lat. exercere, τέχνην Plat.
6. absol. to work at a trade or business, to traffic, trade, Dem.
III. the perf. pass. εἴργασμαι is used in act. sense, as Hdt., Soph.; but also in pass. sense,
1. to be made or built, ἔργαστο τὸ τεῖχος Hdt.; ἐκ πέτρας εἰργασμένος Aesch., etc.
2. to be done, Aesch. —The fut. ἐργασθήσομαι always in pass. sense, Soph., etc.