Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οξύνω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

(ΑΜ ὀξύνω) οξύς
1. κάνω κάτι κοφτερό, αιχμηρό, ακονίζω
2. γραμμ. τονίζω με οξεία μια συλλαβή, οξυτονώ
3. δίνω σε κάτι ξινή γεύση, το καθιστώ ξινό
4. (σχετικά με πόνο) καθιστώ έντονο
5. μτφ. α) καθιστώ κάτι οξύ, διαπεραστικό («οξύνω τη φωνή»)
β) δημιουργώ οξύτητα, ερεθίζω, παροργίζω
γ) επιτείνω, εντείνω, επιδεινώνω («η εγωιστική στάση του όξυνε τη σχέση τους».