Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οξύνω

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

(ΑΜ ὀξύνω) οξύς
1. κάνω κάτι κοφτερό, αιχμηρό, ακονίζω
2. γραμμ. τονίζω με οξεία μια συλλαβή, οξυτονώ
3. δίνω σε κάτι ξινή γεύση, το καθιστώ ξινό
4. (σχετικά με πόνο) καθιστώ έντονο
5. μτφ. α) καθιστώ κάτι οξύ, διαπεραστικό («οξύνω τη φωνή»)
β) δημιουργώ οξύτητα, ερεθίζω, παροργίζω
γ) επιτείνω, εντείνω, επιδεινώνω («η εγωιστική στάση του όξυνε τη σχέση τους».