Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πανίσχυρος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: πᾰνίσχῡρος Medium diacritics: πανίσχυρος Low diacritics: πανίσχυρος Capitals: ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Transliteration A: paníschyros Transliteration B: panischyros Transliteration C: panischyros Beta Code: pani/sxuros

English (LSJ)

ον,

   A very strong or firm, Sch.A.Th.255.

German (Pape)

[Seite 460] ganz stark, fest, Schol. Aesch. Spt. 261.

Greek (Liddell-Scott)

πᾰνίσχῠρος: -ον, ἰσχυρότατος, στερεώτατος, Σχόλ. εἰς Αἰσχύλ. Θήβ. 255.

Greek Monolingual

-η, -ο / πανίσχυρος, -ον, ΝΜ
ισχυρότατος, παντοδύναμος, ιδίως από την άποψη της πολιτικής, κοινωνικής ή οικονομικής επιρροής, ή αυτός που έχει τόση δύναμη ώστε να κατορθώνει και τα πιο δύσκολα πράγματα ή να αντέχει στις πιο δυσάρεστες δοκιμασίες.