Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παραποιώ

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

παραποιῶ, -έω, ΝΜΑ
κάνω κάτι όμοιο με κάτι άλλο για να εξαπατήσω κάποιον, κατασκευάζω κάτι κατ' απομίμηση για εξαπάτηση, νοθεύω, κιβδηλεύωπαραποιώ νόμισμα» — παραχαράσσω νόμισμα)
νεοελ. διαστρεβλώνω, αλλοιώνω («παραποίησε το νόημα του αποσπάσματος δημοσιεύοντάς το ελλιπές»)
μσν.-αρχ.
ιδιοποιούμαι κάτι μεταβάλλοντας το, απομιμούμαι («πολλὰ δὲ τῶν Ξάνθου παραπεποίηκεν ὁ Στησίχορος, ὥσπερ τὴν Ὀρέστειαν καλουμένην», Αθήν.)
αρχ.
1. τροποποιώ ελαφρώς («τὸ δὲ ἄλσος τὸ ἱερὸν τοῦ Διός, παραποιήσαντες τὸ ὄνομα, Ἄλτιν... καλοῡσι», Παυσ.)
2. κάνω παρωδία («τοιγαροῡν οὐ κακῶς τις παρεποίησε τῶν σαπρῶν τούτων ποιητῶν», Δίων Χρυσ.)
3. εισάγω ως επεισόδιο σε κάποιο ποίημα
4. (μέσ. με ενεργ. σημ.) παραποιοῡμαι, -έομαι
νοθεύω, κιβδηλεύω.