Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρθένειος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: παρθένειος Medium diacritics: παρθένειος Low diacritics: παρθένειος Capitals: ΠΑΡΘΕΝΕΙΟΣ
Transliteration A: parthéneios Transliteration B: partheneios Transliteration C: partheneios Beta Code: parqe/neios

English (LSJ)

poet. also παρθενήϊος, ον,

   A of or belonging to a maiden, π. γλέφαρα Pi.N.8.2 ; αἰὼν π. the maiden's life, A.Ag.229 (lyr.) ; π. λέχος E.Tr.676 ; later in Prose, π. τέκνα PRyl.435.2 (ii A. D.) ; π. ᾄσματα St.Byz. s.v. Ἐρυσίχη.

German (Pape)

[Seite 521] jungfräulich; αἰών, Aesch. Ag. 229; λέχος, ἡδονή, Eur. Troad. 671 Hipp. 1302.

Greek (Liddell-Scott)

παρθένειος: Ἰων. καὶ ποιητ. -ήϊος, ον, ὁ ἀνήκων εἰς παρθένον, π. γλέφαρα Πινδ. Ν. 8. 3˙ αἰὼν π., ὁ βίος τῆς παρθένου, Αἰσχύλ. Ἀγ. 229˙ π. λέχος Εὐρ. Τρῳ. 671, κτλ.˙ - πρβλ. παρθένιος.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
de jeune fille.
Étymologie: παρθένος.

Greek Monolingual

και ποιητ. τ. παρθενήϊος, -ον, Α παρθένος
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε παρθένο, παρθενικός, κοριτσίστικος
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ παρθένεια
α) λυρικά χορικά άσματα, είδος πομπικών ύμνων που άδονταν με τη συνοδεία αυλού από νεαρές παρθένους, σε ορισμένες εορτές, ιδίως του Απόλλωνος
β) εορτή προς τιμή της Παρθένου Αρτέμιδος στη Χερσόνησο της Ταυρίδας.

Greek Monotonic

παρθένειος: Ιων. και ποιητ. -ήϊος, -ον, παρθενικός, κοριτσίστικος, σε Πίνδ., Αισχύλ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

παρθένειος: дор. παρθενήϊος 2 девичий (γλέφαρα Pind.; αἰών Aesch.; ἡδονή Eur.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παρθένειος -ον, Dor. παρθενήϊος [παρθένος] van een jonge vrouw; subst. τὰ παρθένεια liederen van een meisjeskoor.

Middle Liddell

παρθένειος, ιονιξ ανδ ποετ. -ήιος, ον,
of or belonging to a maiden, Pind., Aesch., Eur.