Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πεδάορος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: πεδάορος Medium diacritics: πεδάορος Low diacritics: πεδάορος Capitals: ΠΕΔΑΟΡΟΣ
Transliteration A: pedáoros Transliteration B: pedaoros Transliteration C: pedaoros Beta Code: peda/oros

English (LSJ)

[ᾱ], ον, Aeol. and Dor. for μετήορος, μετέωρος, Alc.100; cf.

   A μετήορος 1 fin. and πεδήορος.

German (Pape)

[Seite 540] dor. = μετέωρος, μετήορος, nur Conj. Stanley's für πεδάμερος, w. m. s.

Greek (Liddell-Scott)

πεδάορος: -ον, Αἰολ. καὶ Δωρ. ἀντὶ πεδήορος μετήορος,= μετέωρος, Ἀλκαῖ. 97· ἐκ διορθώσεως τοῦ Stanley ἐν Αἰσχύλ. Χο· 590, ἀντὶ πεδάμαρος (ὅ ἐστι πεδάμερος), ὅπερ ἐνομίζετο ὡς Αἰολ. καὶ ὡς κείμενον ἀντὶ τοῦ μεθήμερος, ἢ μᾶλλον μεθημέριος. -Ἐν Συλλ. Ἐπιγρ. 2720, 2721, πανάμαρος ἀπαντᾷ ἀντὶ τοῦ πανημέριος.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
éol. c. μετήορος.

Greek Monolingual

και πεδήορος, -ον, Α
(αιολ. και δωρ. τ.) αυτός που αιωρείται πάνω από το έδαφος, που βρίσκεται ή γίνεται στον αέρα, ο μετέωρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πεδά + -ηορος / -ᾱορος (< ἀείρω [Ι] «σηκώνω»), βλ. λ. μετέωρος.

Greek Monotonic

πεδάορος: -ον, Αιολ. και Δωρ. αντί μετ-ήορος.

Russian (Dvoretsky)

πεδάορος: эол. = μετήορος.