Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πεντάχρονος

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea
Full diacritics: πεντάχρονος Medium diacritics: πεντάχρονος Low diacritics: πεντάχρονος Capitals: ΠΕΝΤΑΧΡΟΝΟΣ
Transliteration A: pentáchronos Transliteration B: pentachronos Transliteration C: pentachronos Beta Code: penta/xronos

English (LSJ)

ον,

   A consisting of five time-units, ῥυθμός D.H.Comp. 25 ; πούς Heph.3.2.

German (Pape)

[Seite 557] fünfzeitig, ῥυθμός, D. Hal. C. V. p. 238.

Greek (Liddell-Scott)

πεντάχρονος: -ον, ὁ συνιστάμενος ἐκ πέντε διαφόρων χρόνων, ῥυθμὸς Διον. Ἁλ. περὶ Συνθ. σ. 205R. ΙΙ. ὁ ἔχων πέντε ἡλικίας, ἐπὶ τοῦ μυθολογουμένου πτηνοῦ φοίνικος, Χρησμ. Σιβ. 8. 139.

Greek Monolingual

-η, -ο / πεντάχρονος, -ον, ΝΑ
(για μουσικό ρυθμό ή ποιητικό μέτρο) αυτός που συνίσταται σε πέντε πρώτους χρόνους, ο πεντάσημος
νεοελλ.
1. αυτός που έχει διάρκεια ή ηλικία πέντε χρόνων, πενταετής (α. «πεντάχρονο παιδί» β. «πεντάχρονη συμφωνία»)
2. αυτός που γίνεται ή εκτελείται σε πέντε χρόνους
3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα πεντάχρονα- η πέμπτη επέτειος ενός σημαντικού συνήθως γεγονότος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πεντα- + χρόνος (πρβλ. τρί-χρονος)].