Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψεύτικος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-η, -ο, Ν ψεύτης
1. ψευδής, προσποιητόςψεύτικος όρκος»)
2. απατηλός («ψεύτικο δάκρυ»)
3. πλαστός («ψεύτικη διαθήκη»)
4. τεχνητός («ψεύτικο δόντι»)
5. κίβδηλος, κάλπικος (α. «ψεύτικος παράς» β. «ψεύτικο διαμάντι»)
6. ανειλικρινής («ψεύτικη φιλία»)
7. (για πράγμ.) ευτελής, χωρίς αξία («ψεύτικο ύφασμα»)
8. ανυπόστατος («ψεύτικες διαδόσεις»)
9. (για παιχνίδι) κατασκευασμένος ως απομίμηση («ψεύτικο ρολόϊ»)
10. φρ. α) «ψεύτικη δουλειά» — ψευτοδουλειά
β) «κάνω ψεύτικη βούλλα» — παραποιώ σφραγίδα
γ) «βάζω ψεύτικη υπογραφή» — πλαστογραφώ.
επίρρ...
ψεύτικα Ν
με ψεύτικο τρόπο.