Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στρώμα

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761

Greek Monolingual

το / στρῶμα, ΝΜΑ
καθετί που στρώνεται πάνω σε κρεβάτι ή απευθείας σε δάπεδο και χρησιμεύει για κατάκλιση και ύπνο επάνω του, ιδίως ο επίπεδος ορθογώνιος σάκος από ανθεκτικό ύφασμα που είναι γεμάτος από μαλακό υλικό, όπως λ.χ. μαλλί, βαμβάκι ή άλλο, και χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό, αλλ. στρωμνή, στρωσίδι
νεοελλ.
1. καθετί που στρώνεται και καλύπτει μια επιφάνεια, στιβάδα (α. «στρώμα χιονιού» β. «στρώμα ελαιοχρώματος»)
2. νοητή ζώνη της ατμόσφαιρας, της θάλασσας ή της στερεάς μάζας της Γης
3. γεωλ. στιβάδα ενός ιζηματογενούς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εκρηξιγενούς πετρώματος που ορίζεται από δύο επίπεδα στρώσης τα οποία προκύπτουν από ορατές αλλαγές στο μέγεθος τών κόκκων και στην υφή τους ή από άλλα χαρακτηριστικά τών πετρωμάτων πάνω και κάτω από αυτά
4. βιολ. α) ημίρρευστη θεμελιώδης ουσία που πληροί το εσωτερικό του μιτοχονδρίου
β) θεμελιώδης ουσία που πληροί το εσωτερικό τών πλαστιδίων
5. ανατ. η συνδετική-αγγειακή υφή ενός ιστού που αποτελεί πλέγμα με σημαντικό μεταβολικό ρόλο στην ανταλλαγή και μεταφορά ουσιών, όπως είναι λ.χ. το στρώμα της ωοθήκης στο οποίο είναι βυθισμένα τα ωοθυλάκια
6. ζωολ. οργανικό δίκτυο του σκελετού τών εχινοδέρμων
7. (μυκητ.) μάζα μυκηλλιακών ινών, τών οποίων η συσσωμάτωση είναι χαλαρή ή προχωρημένη, μάζα πάνω στην οποία μπορούν να παραχθούν οι σποριοφόρες δομές
8. (μετεωρ.) κύριος τύπος νεφών που έχει, γενικά, μορφή στιβάδας γκρίζου χρώματος, με ομοιόμορφη κορυφή και βάση και με χαρακτηριστικά ομίχλης, η οποία όμως δεν εφάπτεται με την επιφάνεια του εδάφους
9. μτφ. (κοινων.) κοινωνική κατηγορία και, ειδικότερα, κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της κοινωνίας αποτελούμενο από άτομα της ίδιας ή παρόμοιας κοινωνικής θέσης (α. «μικροαστικά στρώματα» β. «μεσαία στρώματα»)
10. φρ. α) «στρώμα αέρα»
τεχνολ. η αεροστιβαδα στην οποία πραγματοποιείται η στήριξη τών κάθε είδους οχημάτων που κινούνται με αερολίσθηση
β) «οριακό στρώμα»
φυσ. το στρώμα του αέρα που βρίσκεται σε επαφή με την επιφάνεια κινούμενου σώματος στην ατμόσφαιρα
γ) «χαρακτηριστικό στρώμα» ή «καθοδηγητικό στρώμα»
γεωλ. ορίζοντας μιας ακολουθίας πετρωμάτων που διακρίνεται εύκολα από τα φυσικά χαρακτηριστικά του και μπορεί να αναγνωριστεί σε εκτεταμένες οριζόντιες αποστάσεις
δ) «είμαι στο στρώμα»
μτφ. είμαι κλινήρης, ασθενής
ε) «να τά φάει στο στρώμα» — να τά ξοδέψει στους γιατρούς
στ) «αχύρινο στρώμα» — στρωμνή
αρχ.
1. κάλυμμα, ιδίως αλόγου, υπόσαγμα
2. πάτωμα
3. στον πληθ. τὰ στρώματα
α) τα καλύμματα τών ανακλίντρων για το δείπνο
β) όγκοι πάνω στους οποίους θεμελιώνονταν ξύλινες γέφυρες
4. φρ. «στρώματα ὑποσπῶ» — τραβώ τα στρώματα κάτω από κάποιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ανάγεται στη δισύλλαβη ρίζα στερη- (βλ. λ. στρώνω) με μηδενισμένο το πρώτο και ετεροιωμένο το δεύτερο φωνήεν (πρβλ. παθ. παρακμ. -στρω-μαι) + κατάλ. -μα (πρβλ. τρῶ-μα)].