Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σάπιος

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus

Greek Monolingual

-ια, -ιo, Ν
1. αυτός που έχει σαπίσει, που έχει αποσυντεθεί, που έχει υποστεί σήψη, ο σαπρός
2. (κατ
επέκτ.) φθαρμένος από την πολυκαιρία, ετοιμόρροπος, κατεστραμμένος («σάπια καρέκλα»)
3. (για πρόσ.) αυτός που έχει προσβληθεί από μια βαριά αρρώστια που λίγο λίγο τον αποσυνθέτει
4. (μτβ.) αυτός που βρίσκεται σε ηθική εξαθλίωση, ανήθικος, διεφθαρμένος («σάπια κοινωνία»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. σάπιος, κατά μία άποψη, έχει σχηματιστεί υποχωρητικά από το ρ. σαπίζω (πρβλ. τρύπιος: τρυπώ, ψόφιος: ψοφώ), κατά τα επίθ. άξ-ιος, γνήσ-ιος κ.ά. Κατ' άλλη άποψη, το σάπιος προήλθε από το σαπρός μέσω ενός αμάρτυρου σάπριος, με αποβολή του -ρ-].