Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τρυπώ

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

τρυπῶ, -άω, ΝΜΑ
1. ανοίγω οπή σε κάτι
2. κεντώ με αιχμηρό όργανο
3. μτφ. (για αίσθημα πόνου) διαπερνώ
νεοελλ.
1. (αμτβ.) α) είμαι μυτερός, μπορώ να τσιμπήσω ή να προκαλέσω πληγή («τα αγκάθια τρυπάνε, αν δεν προσέξεις»)
β) (για πράγμ. και κυρίως για ενδύματα) γίνομαι διάτρητος, γεμίζω τρύπες, φθείρομαι (α. «τρύπησε η τσάντα μου» β. «τρύπησε το παντελόνι μου»)
2. μτφ. (για άντρα) διακορεύω, ξεπαρθενεύω
μσν.-αρχ.
(για ζώο) οχεύω
αρχ.
φρ. «ψήφος τετρυπημένη» — ψήφος η οποία είχε μια οπή στο μέσον της και ήταν καταδικαστική (Αισχίν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος του καθημερινού λεξιλογίου, ο οποίος ανάγεται στη ρίζα του ρ. τρῡω (ΙΕ ρίζα teru- / tru-, παρεκτεταμένη, με u, μορφή της ρίζας ter- «τρίβω, τρυπώ») και εμφανίζει χειλικό ἐνθημα -ρ- και μακρό -- (βλ. και λ. τρύω), το οποίο θα μπορούσε πιθ. να θεωρηθεί αναμενόμενο για μια τέτοια λέξη. Με ανάλογο τρόπο έχουν σχηματιστεί και οι τ.: λιθουαν. trupu «θρυμματίζω», trupus «εύθραστος», ρωσ. trup «πτώμα», αρχ. ινδ. trūp «κορμός, σκελετός», οι οποίοι διαφέρουν από τη λ. τρῦπα τόσο σημασιολογικώς (για τις σημ. αυτές βλ. και λ. τρύω) όσο και μορφολογικώς, αφού εμφανίζουν εναλλαγή troup- / trup- στη ρίζα, σε αντίθεση προς το μακρό -- του ελλ. τύπου].