Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σαπρός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: σαπρός Medium diacritics: σαπρός Low diacritics: σαπρός Capitals: ΣΑΠΡΟΣ
Transliteration A: saprós Transliteration B: sapros Transliteration C: sapros Beta Code: sapro/s

English (LSJ)

ά, όν, (σήπω)

   A rotten, putrid, Hippon.23, Hp.Oss.13; of the lungs, diseased, Id.Morb.1.13; of bone, carious, Id.Fract.33; of wood, etc., rotten, ἱστίον Ar.Eq.918; βύρσα Id.V.38; πινακίσκος, φορμός, σχοινίον, Id.Pl.813,542, V.1343; ἱμάς Men.109.4; τοῦ διατειχίσματος ἀνελόντι τὰ σ. IG22.1672.24; of a house, σ. καὶ ῥέουσα καὶ καταπίπτουσα Telesp.27 H.; ἐλαῖαι Thphr.HP4.14.10: prov., σαπροῦ πείσματος ἀντιλαβέσθαι Thgn.1362: esp., of fish that have been long in pickle, stale, rancid, τάριχος Ar.Ach.1101; opp. πρόσφατος, Antiph. 218.4, cf. 125.6; of withered flowers, D.22.70. Adv., -ρῶς λούει τὰ βαλανεῖα so as to leave one filthy, Arr.Epict.2.21.14.    II generally, stale, worn out, ἀρχαῖον καὶ σαπρόν Ar.Pl.323; of clothes, PGiss.26.6 (ii A.D.). Adv., -ῶς (perh. misspelt for -ός) περιπατῶ I am walking about in rags, BGU846.9 (ii A.D.).    2 of persons, γέρων ὢν καὶ σ. Ar.Pax698; ὦ σαπρά, to an old woman, Id.Ec.884, Hermipp. 10; so εἶναι σαπρὸν κοὐδὲν δύνασθαι Ar.V.1380; οὐδέν ἐσμεν οἱ σ. Eup.221; σ. γυναῖκα . . ὁ τρόπος εὔμορφον ποιεῖ Philem.170.    3 of wine, mellow (cf. σαπρίας), Eup.442, cf. Philyll.24; τρὺξ παλαιὰ καὶ σαπρά Ar.Pl.1086; of old wine, ὀδόντας οὐκ ἔχων, ἤδη σαπρὸς... γέρων γε δαιμονίως Alex.167.4.    4 εἰρήνη σαπρά, a joke παρὰ προσδοκίαν, Ar.Pax554.    5 metaph., unsound, bad, λόγος Ep.Eph.4.29; opp. καλός, Vett.Val.36.30, cf. PSI4.312.13 (iv A.D.); ἄρουραι PGiss.13.22 (ii A.D.); τὰ σ. ταῦτα Arr.Epict.3.16.7; ὡς σ. καὶ κίβδηλος ὁ λέγων . . M.Ant.11.15, cf. Sammelb.5761.23 (i A.D.), PSI6.717.4 (ii A.D.); τὴν σ. εἱμαρμένην the evil fate, PMag.Leid.W.14.38.    III of sound, αὐλεῖ γὰρ σαπρὰ . . κρουμάτια Theopomp.Com. 50 (perh. f.l. for σαθρά, v. σαθρός 2).

German (Pape)

[Seite 862] faul, verfault, stinkend, ranzig, schimmlig; von Fischen, die lange in der Salzlake gelegen haben, τάριχος, Ath. III, 119 e; auch ἀποῤῥεῖν τὰ φύλλα τῶν στεφάνων καὶ σαπροὺς εἶναι διὰ τὸν χρόνον, Dem. 20, 70; übh. durch Alter unbrauchbar, verdorben, morsch, Ar. Plut. 813; δένδρον im Ggstz von ἀγαθόν, Matth. 7, 17. – Häßlich, γυνὴ σαπρά, im Ggstz von εὔμορφος, Philem. frg. inc. 47; vgl. Lob. Phryn. 378. – Aber οἶνος σαπρός, wie σαπρίας, ohne tadelnden Nebenbegriff, alter, duftender Wein, Ath. I, 31 a aus Philyll., Piers. Moer. p. 353.

Greek (Liddell-Scott)

σαπρός: -ά, -όν, (√ΣΑΠ, σήπω) σεσηπώς, «σάπιος», Ἱππῶν. 16, Ἱπποκρ. 278. 19· ἐπὶ τῶν πνευμόνων, ἀσθενικός, νοσῶν, ἐφθαρμένος, Λατ. tabidus, ὁ αὐτ. 451. 6· ἐπὶ ὀστῶν προσβεβλημένων ὑπὸ φθοροποιοῦ νόσου ἢ φθίσεως, ἱστίον Ἀριστοφ. Ἱππ. 918· βύρσαι ὁ αὐτ. ἐν Σφ. 38· πινακίσκος φορμός, σχοινίον ὁ αὐτ. ἐν Πλ. 813, 542, Σφ. 1343· ἐλαῖαι Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 4. 14, 10· παροιμ., σαπροῦ πείσματος ἀντιλαβέσθαι Θεόγν. 1362· ― ἰδίως ἐπὶ ἰχθύος ἐπὶ μακρὸν μείναντος ἐν τῇ ἅλμῃ, «ταγκός», τάριχος Ἀριστοφ. Ἀχ. 1101· ἀντίθετον τῷ πρόσφατος, Ἀντιφάνης ἐν «Φιλοθηβαίῳ» 2, πρβλ. τὸν αὐτ. ἐν «Κνοιθιδεῖ» 2· ἱμὰς Μένανδρος ἐν «Δεισιδαίμοσι» 2· ἐπὶ μεμαραμμένων ἀνθέων, σαπροὺς (τοὺς στεφάνους) εἶναι διὰ τὸν χρόνον Δημ. 615. 11. ― Ἐπίρρ. σαπρῶς λούειν, οὕτως ὥστε ὁ λουσθεὶς πάλιν ἀκάθαρτος νὰ εἶναι, Ἀρρ. Ἐπίκτ. 2. 21, 14. ΙΙ. καθόλου, παλαιός, πεπαλαιωμένος, ἐφθαρμένος, Λατιν. obsoletus, ἀρχαῖον καὶ σαπρὸν Ἀριστοφ. Πλ. 322. 2) ἐπὶ προσώπων, γέρων ὢν καὶ σ. ὁ αὐτ. ἐν Εἰρ. 698· ὦ σαπρά, λεγόμενον πρὸς γραῖαν, ὁ αὐτ. ἐν Ἐκκλ. 884, Ἕρμιππ. ἐν «Ἀρτοπώλ.» 2· οὕτως, εἶναι σαπρὸν κοὐδὲν δύνασθαι Ἀριστοφ. Σφ. 1381· οὐδέν ἐσμεν οἱ σαπρ. Εὔπολις ἐν «Πόλεσιν» 27· σαπρ. γυναῖκα ... ὁ τρόπος εὔμορφον ποεῖ Φιλήμων ἐν Ἀδήλ. 47, Λοβέκ. εἰς Φρύνιχ. 377. 3) ἐπὶ οἴνου, ἄνευ κακῆς τινος σημασίας, ὥριμος, παλαιός, «ἀργασμένος» (πρβλ. σαπρίας). «σαπρὸν οὐ τὸ μοχθηρόν..., ἀλλὰ παλαιόν, Εὔπολις» Φώτ., πρβλ. Φιλύλλιον ἐν Ἀδήλ. 6· οὕτω, τρὺξ παλαιὰ καὶ σαπρὰ Ἀριστοφ. Πλ. 1086· καὶ ὁ Ἄλεξις ἐν «Ὀρχ.» 1 περιγράφων τὸν παλαιὸν οἶνον λέγει: ὀδόντας οὐκ ἔχων, ἤδη σαπρὸς ... γέρων γε δαιμονίως· ἴδε Piers. εἰς Μοῖριν 353, Ruhnk. εἰς Πλάτ. Τίμ. καὶ εἰς Rutil. Lup. 102. 4) εἰρήνη σαπρά, παλαιά, ἀστεῖος λόγος, παρὰ προσδοκίαν, Ἀριστοφ. Εἰρ. 554. ΙΙΙ. ἐπὶ ἤχου, αὐλεῖ γὰρ σαπρὰ ... κρουμάτια Θεόπομπ. Κωμικ. ἐν «Σειρῆσι» 2· ἴσως ἀντὶ τοῦ σαθρά, ἴδε σαθρός 2. ― Καθ’ Ἡσύχ.: «σαπρόν· ἀκάθαρτον».

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
1 pourri, moisi, gâté ; fig. décrépit;
2 en b. part qui a un goût de pourri en parlant de vin vieux parfumé de plantes qu’on y fait infuser.
Étymologie: σήπω.

English (Strong)

from σήπω; rotten, i.e. worthless (literally or morally): bad, corrupt. Compare πονηρός.

English (Thayer)

σαπρά, σαπρόν (σήπω, 2nd aorist passive σαπῆναι);
1. rotten, putrid (Hipponax), Hippcr., Aristophanes, others).
2. corrupted by age and no lounger fit for use, worn out (Aristophanes, Dio Chr., others); hence, in general, of poor quality, bad, unfit for use, worthless (A. V. corrupt) (πᾶν, ὁ μή τήν ἰδίαν χρείαν πληροι, σαπρόν λέγομεν, Chrysostom hom. 4on 1Timothy): δένδρον, καρπός, opposed to καλός, A. V. bad); tropically, λόγος, δόγμα, Epictetus 3,22, 61. Cf. Lob. ad Phryn., p. 377f.

Greek Monolingual

-ή, -ό / σαπρός, -ά, -όν, ΝΜΑ
1. αυτός που έχει υποστεί αποσύνθεση, σήψη, σάπιος (α. «σαπρά μήλα» β. «σαπραὶ ἐλαῑαι», Θεόφρ.)
2. (για πρόσ.) εξασθενημένος, εξαντλημένος σωματικά («γέρων ὤν καὶ σαπρός», Αριστοφ.)
νεοελλ.
μτφ. ηθικά αποσυντεθειμένος, διεφθαρμένος, εξαχρειωμένος («σαπρά ήθη»)
μσν.
πιθ. επικίνδυνος («ποταμὸς δύσβατος... καὶ ῥύακες σαπροί», Θεοφ. Χρον.)
αρχ.
1. (για ψάρι) αυτός που έμεινε για πολύ καιρό στο αλάτι και αλλοιώθηκε, ταγκός
2. (για τους πνεύμονες) ασθενικός, άρρωστος
3. (για οστά) προσβεβλημένος από φθοροποιό νόσο
4. (γενικά) πεπαλαιωμένος («ἀρχαῑον ἤδη προσαγορεύειν καὶ σαπρόν», Αριστοφ.)
5. (για ένδυμα) πολύ φθαρμένος, ξεσχισμένος, κουρελιασμένος
6. (για αύληση ή άσμα) κακόηχος
7. α) (για κρασί) παλιό, γινωμένο («τρὺξ παλαιὰ καὶ σαπρά», Αριστοφ.)
8. μτφ. (για πρόσ., για λόγια, πράξεις ή καταστάσεις) κακός ή ελαττωματικός (α. «ὡς σαπρὸς καὶ κίβδηλος ὁ λέγων», Μ. Αυρ.
β. «τὴν σαπρὰν εἰμαρμένην», πάπ.
γ. «πᾱς λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω», ΚΔ)
9. φρ. «εἰρήνη σαπρά»
(στον Αριστοφ.) κωμική, ρητορική έκφραση που λεγόταν παρά προσδοκίαν, δηλαδή αντί του ορθού λαμπρά.
επίρρ...
σαπρῶς Α
μτφ.
1. με τρόπο σαπρό, βρομερό («σαπρῶς λούει τὰ βαλανεῑα», Αρρ.)
2. με τρόπο ασθενικό, με κόπο, με δυσκολία («ὅτι σαπρῶς περιπατῶ», πάπ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. σαπ- του σήπομαι (πρβλ. παθ. αόρ. β' -σάπ-ην) + επίθημα -ρός (πρβλ. λεπ-ρός, σαθ-ρός)].

Greek Monotonic

σαπρός: -ά, -όν (σᾰπῆναι),
I. σάπιος, σαπισμένος, σε Θέογν., Αριστοφ.· λέγεται για ψάρι, μπαγιάτικος, μουχλιασμένος, χαλασμένος τάριχος, σαπισμένο παστό ψάρι, σε Αριστοφ.
II. 1. γενικά, παλιωμένος, φθαρμένος, Λατ. obsoletus, σε Αριστοφ.· λέγεται για πρόσωπα, στον ίδ.
2. λέγεται για κρασί, με θετική σημασία, παλιωμένο στο κελάρι, μεστωμένο, ώριμο, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

σαπρός:
1) гнилой, прогнивший, истлевший (ἱσχίον, βύρσα Arph.; ἱμάς Men.);
2) трухлявый (δένδρον NT);
3) увядший (στέφανος Dem.);
4) перестоявшийся (τάριχος, τρύξ Arph.);
5) ветхий, дряхлый (γέρων καὶ σ. Arph.);
6) истрепанный, избитый (προσαγορεύειν σαπρόν Arph.);
7) давнишний (εἰρήνη Arph.);
8) порочный (λόγος NT).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σαπρός -ά -όν [σήπω] rot, bedorven:; Aristoph. Ach. 1101; later vuil:. λόγος σαπρός vuile taal NT Eph. 4.29. oud, aftands:; γέρων καὶ σαπρός oud en aftands Aristoph. Pax 698; ook positief, van wijn:. τρὺξ παλαιὰ καὶ σαπρά zachte oude wijn Aristoph. Pl. 1086.

Frisk Etymological English

See also: s. σήπομαι.

Middle Liddell

σαπρός, ή, όν [σᾰπῆναι]
I. rotten, putrid, Theogn., Ar.; of fish, stale, rancid, τάριχος Ar.
II. generally, stale, worn out, Lat. obsoletus, Ar.:—of persons, Ar.
2. of wine, in good sense, mellow, Ar.

Frisk Etymology German

σαπρός: {saprós}
See also: s. σήπομαι.
Page 2,677

Chinese

原文音譯:saprÒj 沙普羅士
詞類次數:形容詞(8)
原文字根:腐爛的
字義溯源:腐爛的,壞,不好的,圬穢的,無用的,不堅固的;源自(σήπω)*=腐壞)
出現次數:總共(8);太(5);路(2);弗(1)
譯字彙編
1) 壞(6) 太7:17; 太7:18; 太12:33; 太12:33; 路6:43; 路6:43;
2) 污穢的(1) 弗4:29;
3) 不好的(1) 太13:48