Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκαιουργέω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: σκαιουργέω Medium diacritics: σκαιουργέω Low diacritics: σκαιουργέω Capitals: ΣΚΑΙΟΥΡΓΕΩ
Transliteration A: skaiourgéō Transliteration B: skaiourgeō Transliteration C: skaiourgeo Beta Code: skaiourge/w

English (LSJ)

   A behave amiss, περὶ γονέας towards one's parents, Ar.Nu.994.

German (Pape)

[Seite 888] linkisch handeln, sich plump, ungeschickt betragen, ungezogen sein; περὶ τοὺς γονέας (v. l. παρά), gegen die Eltern, Ar. Nubb. 981.

Greek (Liddell-Scott)

σκαιουργέω: φέρομαι σκαιῶς, κακῶς, ἀτόπως, περὶ γονέας, πρὸς τοὺς γονεῖς μου, Ἀριστοφ. Νεφ. 994· - -ούργημα, τό, κακὴ συμπεριφορά, Τζέτζ.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
agir d’une manière déplacée.
Étymologie: σκαιός, ἔργον.

Greek Monotonic

σκαιουργέω: μέλ. -ήσω (*ἔργω), φέρομαι ανάρμοστα, απρεπώς, είμαι ανάγωγος, σε Αριστοφ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σκαιουργέω [σκαιός, ἔργον] zich onhandig gedragen.

Russian (Dvoretsky)

σκαιουργέω: дурно поступать (περί τινα Arph.).

Middle Liddell

σκαι-ουργέω, fut. -ήσω [*ἔργω
to behave amiss, Ar.