Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συγκατανεύω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: συγκατανεύω Medium diacritics: συγκατανεύω Low diacritics: συγκατανεύω Capitals: ΣΥΓΚΑΤΑΝΕΥΩ
Transliteration A: synkataneúō Transliteration B: synkataneuō Transliteration C: sygkataneyo Beta Code: sugkataneu/w

English (LSJ)

   A agree, consent to, τοῖς λεγομένοις Plb.3.52.6, etc.; ἐκείνῳ ἅπαντα -ένευον agreed with him at every point, Id.7.4.9, cf. 30.1.9: abs., AP5.286.8 (Agath.).

German (Pape)

[Seite 965] mit oder zugleich bewilligen, Beifall nicken; Agath. 21 (V, 287); τοῖς λεγομένοις, Pol. 3, 52, 6; ἐκείνῳ ἅπαντα συγκατένευον, 7, 4, 9.

Greek (Liddell-Scott)

συγκατανεύω: συναινῶ, συμφωνῶ εἴς τι, τοῖς λεγομένοις Πολύβ. 3. 52, 6, κτλ.· ἀπολ., Ἀνθ. Π. 5. 287. 2) παρέχω, χορηγῶ, παραχωρῶ συγχρόνως, τινί τι Πολύβ. 7. 4, 9.

French (Bailly abrégé)

donner son assentiment à, τινι.
Étymologie: σύν, κατανεύω.

Greek Monolingual

ΝΜΑ κατανεύω
συμφωνώ σε κάτι, συναινώ, συγκατατίθεμαι (α. «συγκατανεύει σε καθετί που του λένε» β. «συγκατένευσε τοῑς λεγομένοις», Πολ.)
αρχ.
παρέχω συγχρόνως, παραχωρώ ταυτοχρόνως.

Greek Monotonic

συγκατανεύω: μέλ. -σω, συναινώ, συγκατατίθεμαι, συμφωνώ σε κάτι, τινί, σε Πολύβ.

Russian (Dvoretsky)

συγκατανεύω:
1) давать знак согласия (ὄμματι Anth.);
2) соглашаться (τοῖς λεγομένοις Polyb.): σ. τινὶ ἅπαντα Polyb. соглашаться с кем-л. во всем.

Middle Liddell

fut. σω
to consent to a thing, τινί Polyb.