Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συντυχία

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: συντῠχία Medium diacritics: συντυχία Low diacritics: συντυχία Capitals: ΣΥΝΤΥΧΙΑ
Transliteration A: syntychía Transliteration B: syntychia Transliteration C: syntychia Beta Code: suntuxi/a

English (LSJ)

Ion. -ιη, ἡ,

   A occurrence, happening, incident, freq. with a qualifying epithet, ἀγαθή Thgn.590 = Sol.13.70; σ. κρυόεσσα Pi.I.1.38; δεινὴ καὶ μεγάλη Hdt.3.43; κατὰ σ. ἀγαθήν Ar.Av.544 (lyr.); καλὴ ἡ ξ, the conjuncture is fair, Th.1.33; ἐρωτικὴ ξ. an incident of a love-affair, Id.6.54: without any qualifying word, μεταλλαγαὶ συντυχίας changes of fortune, E.HF766 (lyr.); σ. τις τοιαύτη ἐπεγένετο Hdt.3.121; συντυχίῃ ταύτῃ χρησαμένη Id.5.41; θυμοῦμαι τῇ ξ. Ar.Ra.1006 (anap.); ὡς ἑκάστοις τῆς ξυντυχίας . . ἔσχεν according to the circumstances of each party, Th.7.57; ἅμα τοῦ ἔργου τῇ ξ. at the very moment of action, Id.3.112; ἀπὸ τοιαύτης ξ. Id.5.11; κατὰ συντυχίην by chance, Hdt.3.74, 9.21; κατά τινα σ. Plb.10.32.3, Gal.16.837; κατὰ σ. also, as it happens, as a matter of fact, OGI 331.19 (Pergam., ii B.C.): pl., the chances or incidents of life, circumstances, Th.3.45.    2 abs. also, acc. to the context, of good or evil chances,    a happy event, success, Pi.P.1.36 (pl.); συντυχίῃ χρησάμενος καὶ σοφίῃ Hdt.1.68; θεῶν ἐπὶ συντυχίαις the happy issues due to them, S.Ant.157 (anap.).    b mishap, mischance, ξυντυχίᾳ βαρυνόμενοι Cratin.166, cf. E.Tr.1119 (anap.), El.1358 (anap.), Pl. Phdr.248c, etc.    c μειράκιον . . ἀποσκορακίσαν τὴν τοῦ Πυθαγόρου σ. the intervention of P., Iamb.VP25.112.

Greek (Liddell-Scott)

συντῠχία: Ἰων. -ίη, ἡ, σύμπτωσις, τυχαία περίπτωσις, συγκυρία, τύχη, τὸ δὲ εἶδος τῆς συντυχίας ὁρίζεται δι’ ἐπιθέτου, ἀγαθὴ Θέογν. 590, Σόλων 13. 70· σ. κρυόεσσα Πινδ. Ι. 1, 54· δεινὴ καὶ μεγάλη Ἡρόδ. 3. 43· κατὰ σ. ἀγαθὴν Ἀριστοφάν. Ὄρν. 544· καλὴ ἡ ξ., ἡ περίπτωσις εἶναι καλή, Θουκ. 1. 33· ἐρωτικὴ ξ., συμβὰν ἐρωτικόν, ὁ αὐτ. 6. 54· ― ἀκολούθως ἄνευ προσδιορισμοῦ, μεταλλαγαὶ ξυντυχίας, μεταβολαὶ τῆς τύχης, Εὐριπ. Ἡρακλ. Μαιν. 766· σ. τις τοιαύτη ἐγένετο Ἡρόδ. 3. 121· συντυχίῃ ταύτῃ χρᾶσθαι ὁ αὐτ. 5. 41· θυμοῦμαι τῇ ξ. Ἀριστοφάν. Βάτρ. 1006· ὡς ἑκάστοις τῆς ξυντυχίας… ἔσχεν, κατὰ τὴν τύχην ἢ τὰς περιστάσεις ἑκάστου, Θουκ. 7. 57· ἅμα τοῦ ἔργου τῇ ξ., κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τῆς ἐνεργείας, ὁ αὐτ. 3. 112· ἀπὸ τοιαύτης ξ. ὁ αὐτ. 5. 11· κατὰ συντυχίην, ἐκ τύχης, κατὰ τύχην, τυχαίως, Ἡρόδ. 3, 74., 9. 21· κατά τινα σ. Πολύβ. 10. 32, 3· ― ἐν τῷ πληθ., τὰ συμβεβηκότα, αἱ τύχαι τοῦ βίου, αἱ περιστάσεις, Θουκ. 3. 45. 2) ἀπολ., ὡσαύτως, κατὰ τὴν τοῦ λόγου συνέχειαν ἐπὶ καλῆς ἢ κακῆς τύχης, ἐπὶ εὐτυχίας ἢ δυστυχίας, α) εὐτυχὲς συμβάν, ἐπιτυχία, Πινδ. Π. 1. 70· συντυχίῃ χρᾶσθαι καὶ σοφίῃ Ἡρόδ. 1. 66· θεῶν ἐπὶ συντυχίαις, ἐπὶ ταῖς εὐτυχίαις, αἱ ὁποῖαι ἐξ αὐτῶν προέρχονται, Σοφ. Ἀντ. 158. β) δυστυχία, δυστύχημα, συντυχίᾳ βαρυνόμενοι Κρατῖν. ἐν «Πλούτῳ» 7, πρβλ. Εὐρ. Τρῳ. 1119, ἐν Ἠλ. 1358, Ἡρ. Μαιν. 766. Πλάτ. Φαῖδρ. 248C. ΙΙ. μεταγεν., συναναστροφή, γνωριμία, Συνεσ. Ἐπιστ. 100, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
rencontre, càd conjoncture, événement : ὡς ἑκάστοις τῆς ξυντυχίας ἔσχεν THC chacun suivant les circonstances ; ἅμα τοῦ ἔργου τῇ ξυντυχίᾳ THC au moment précis de l’action ; ἀπὸ τοιαύτης ξυντυχίας THC par suite d’une telle rencontre ; κατὰ συντυχίην (ion.) HDT par hasard ; αἱ συντυχίαι les hasards de la vie, les circonstances, les événements ; abs. événement heureux ou malheureux.
Étymologie: συντυγχάνω.

English (Slater)

συντυχία
   a success ταύταις ἐπὶ συντυχίαις (P. 1.36)
   b misfortune νιν ἐρειδόμενον ναυαγίαις ἐξ ἀμετρήτας ἁλὸς ἐν κρυοέσσᾳ δέξατο συντυχίᾳ (I. 1.38)

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ και συντυχιά Ν, και αττ. τ. ξυντυχία και ιων. τ. συντυχίη Α
1. συζήτηση, κουβεντολόι
2. τυχαία σύμπτωση γεγονότων, περιστάσεων ή παραγόντων, συγκυρία
νεοελλ.
1. τυχαία συνάντηση
2. τόπος συνάντησης («εκεί 'ναι λύκωνε φωλιές και συντυχιά θεριώνε», Ζαμπέλ.)
3. φρ. «καλή [ή κακή] συντυχία» — καλό [ή κακό] συναπάντημα
μσν.
συναναστροφή
αρχ.
1. συμβάν, περιστατικό
2. α) ευτυχές γεγονός
β) δυστύχημα
3. παρέμβαση, μεσολάβηση
4. στον πληθ. αἱ συντυχίαι
οι περιστάσεις της ζωής
5. φρ. «κατά [τινα] συντυχίαν»
α) τυχαία (Ηρόδ.)
β) στ' αλήθεια, στην πραγματικότητα, επιγρ..
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. συντυχ- του αορ. β' συν-έ-τυχ-οντον συντυγχάνω μέσω ενός αμάρτυρου συντυχής].

Greek Monotonic

συντῠχία: Ιων. -ίη, (συντυγχάνω
1. τυχαίο γεγονός, σύμπτωση, συγκυρία, τύχη, περίσταση, συμβάν, σε Σόλωνα, Ηρόδ., Αττ.· ὡς ἑκάστοις τῆς ξυντυχίας ἔσχεν, σύμφωνα με τις περιστάσεις ή την τύχη κάθε πλευράς, σε Θουκ.· κατὰ συντυχίην, κατά τύχη, τυχαία, σε Ηρόδ.· στον πληθ., συγκυρίες της ζωής, περιστάσεις, σε Θουκ.
2. μερικές φορές, ευτυχής συγκυρία, καλή τύχη ή επιτυχία, σε Πίνδ., Ηρόδ.· ατυχής συγκυρία, ατυχία, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

συντῠχία: ион. συντῠχίη ἡ
1) случай, происшествие, приключение, стечение обстоятельств: ἐρωτικὴ ξ. Thuc. любовное приключение; κατὰ συντυχίην Her. случайно; κατὰ συντυχίαν ἀγαθήν Arph. благодаря счастливой случайности, к счастью; ὡς ἑκάστοις τῆς ξυντυχίας ἔσχεν Thuc. как кому пришлось;
2) благоприятное стечение обстоятельств, счастливый случай, удача (συντυχίῃ χρησάμενος Her.): θεῶν ἐπὶ συντυχίαις Soph. благодаря ниспосланным богами счастливым обстоятельствам;
3) несчастный случай, несчастье, беда: καιναὶ καινῶν μεταβάλλουσαι συντυχίαι Eur. следующие друг за другом бедствия; συντυχίᾳ τινὶ χρησάμενος Plat. став жертвой какого-л. несчастья (ср. 2).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συντυχία -ας, ἡ Att. ook ξυντυχία [συντυγχάνω] ‘samen-loop’ van omstandigheden (toevallige) gebeurtenis, voorval; συντυχίη τις τοιαύτη ἐπεγένετο het volgende voorval deed zich voor Hdt. 3.121.2; γενήσεται... ὑμῖν πειθομένοις καλὴ ἡ ξυντυχία... τῆς ἡμετέρας χρείας als jullie instemmen, zal dit voorval van onze noodoproep voor jullie gunstig uitpakken Thuc. 1.33; vaak ongunstig ongeval, ongeluk; συντυχίη δεινή een vreselijk ongeluk Hdt. 3.43.7; τινι συντυχίᾳ χρησαμένη doordat zij (de ziel) een ongeluk heeft meegemaakt Plat. Phaedr. 248c; ook mv.. αἱ... ἄλλαι ξυντυχίαι de andere lotgevallen Thuc. 3.45.4. lot, toeval, geluk. κατὰ συντυχίην bij toeval Hdt.; καὶ συντυχίῃ χρησάμενος καὶ σοφίῃ met behulp van zowel geluk als wijsheid Hdt. 1.68.2; ἐκύησε... συντυχίῃ ταύτῃ χρησαμένη zij werd toevallig zwanger, dat kwam precies zo uit Hdt. 5.41.1; μεταλλαγαὶ συντυχίας de wispelturigheden van het lot Eur. HF 766.

Middle Liddell

συντῠχία, ἡ, συντυγχάνω
1. an occurrence, a hap, chance, event, incident, Solon., Hdt., attic; ὡς ἑκάστοις τῆς ξυντυχίας ἔσχεν according to the circumstances of each party, Thuc.; κατὰ συντυχίην by chance, Hdt.:—in pl. the chances of life, circumstances, Thuc.
2. sometimes a happy chance, success, Pind., Hdt.;—or a mishap, misfortune, Eur.

Chinese

原文音譯:sugkur⋯a 尋-去里阿
詞類次數:名詞(1)
原文字根:共同-認可
字義溯源:偶然發生,偶然,相合;由(σύν / συνεπίσκοπος)*=同)與(κύπτω)X*=發生)組成,其中 (κύπτω)X*出自(κύριος)=主,主宰),而 (κύριος)出自(κυριότης)X*=至高)
出現次數:總共(1);路(1)
譯字彙編
1) 偶然(1) 路10:31