Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταχυχειρία

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: τᾰχῠχειρία Medium diacritics: ταχυχειρία Low diacritics: ταχυχειρία Capitals: ΤΑΧΥΧΕΙΡΙΑ
Transliteration A: tachycheiría Transliteration B: tachycheiria Transliteration C: tachycheiria Beta Code: taxuxeiri/a

English (LSJ)

ἡ,

   A quickness of hand, dexterity, Phryn.PS p.111 B., Poll.2.148.

German (Pape)

[Seite 1077] ἡ, Leichtigkeit od. Fertigkeit der Hände, Behendigkeit im Arbeiten, Phryn. in B. A. 64.

Greek (Liddell-Scott)

τᾰχῠχειρία: ἡ, ταχύτης χειρός, δεξιότης, «ταχυχειρίαν: ἐπὶ πράγματος ῥᾳδίως κατεργαζομένου» Α. Β. 64, 32.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ ταχύχειρ
η ταχύτητα, η επιδεξιότητα στην κίνηση τών χεριών.