Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεξιότης

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: δεξιότης Medium diacritics: δεξιότης Low diacritics: δεξιότης Capitals: ΔΕΞΙΟΤΗΣ
Transliteration A: dexiótēs Transliteration B: dexiotēs Transliteration C: deksiotis Beta Code: decio/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ,

   A dexterity, esp. of mind, sharpness, cleverness, σοφίη καὶ δ. Hdt.8.124, cf. Ar.Eq.719, al.; opp. ἀμαθία, Th.3.37.    II = δεξίωσις, δ. καὶ φιλία Paus.7.7.5.    III courtesy, kindliness (cf. δεξιός v), Ph.2.30.    IV fortune, felicity, καιροῦ Lyd.Mag.1.3.

German (Pape)

[Seite 547] ητος, ἡ, 1) Gewandtheit, Geschicklichkeit, Klugheit, καὶ σοφίη Her. 8, 124; der ἀμαθία entgegengesetzt Thuc. 3, 37; vgl. Ar. Equ. 716 Ran. 1007. – 2) = δεξίωσις, καὶ φιλότης Paus. 7, 7, 5.

Greek (Liddell-Scott)

δεξιότης: -ητος, ἡ, ἱκανότης, ἐπιδεξιότης, ἐμπειρία, ἰδίως τοῦ νοῦ, εὐφυία, ὀξύνοια, σοφίη καὶ δ. Ἡρόδ. 8. 124, Ἀριστοφ. Ἱππ. 719, κ. ἀλλ.· ἀντίθ. τῷ ἀμαθία, Θουκ. 3. 37. ΙΙ. = δεξίωσις, Παυσ. 7. 7, 5.

French (Bailly abrégé)

ητος (ἡ) :
adresse, dextérité, habileté.
Étymologie: δεξιός.

Spanish (DGE)

-ητος, ἡ

• Alolema(s): dór. -τας IAE 36.12 (I d.C.)
1 destreza, habilidad en la guerra ἔδοσαν ... σοφίης δὲ καὶ δεξιότητος Θεμιστοκλέϊ ... στέφανον ἐλαίης Hdt.8.124, del médico para curar, Hp.Morb.Sacr.1.20, τοῦ ὁμιλεῖν I.AI 18.207, cf. 19.88, ἡ περὶ τὰς πράξεις αὐτοῦ δ. I.AI 2.41
en esp. de la inteligencia agudeza, ingeniosidad, ingenio op. ἀμαθία Th.3.37, cf. Ar.Eq.719, V.1059, Ra.1009, φιλοσοφίας ... ἐγκαταλείμματα περισωθέντα διὰ συντομίαν καὶ δεξιότητα los restos de su filosofía que se han conservado gracias a su brevedad y finura intelectual Arist.Fr.13, para hacer una broma, Plu.2.632a, en la elocuencia δ. καὶ πειθώ D.Chr.27.4, ἡ δεξιότης τῶν λόγων I.AI 9.26.
2 afabilidad, cortesía Ph.2.30, IAE l.c., Luc.Alex.61, Sat.34, D.C.69.5.1, Gr.Thaum.Pan.Or.6.52, Gr.Naz.Ep.204.3
rectitud moral, Gr.Nyss.Eun.1.106.
3 acogida amable, hospitalidad δ. καὶ φιλία Paus.7.7.5.
4 situación favorable o propicia δ. καιροῦ Lyd.Mag.1.3.

Greek Monotonic

δεξιότης: -ητος, ἡ (δεξιός), ικανότητα, εξυπνάδα, ευφυΐα, οξύνοια, σε Ηρόδ., Αριστοφ.· αντίθ. προς το ἀμαθία, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

δεξιότης: ητος ἡ разумность, ловкость Thuc., Her. etc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δεξιότης -ητος, ἡ [δεξιός] handigheid, vaardigheid, slimheid. vriendelijkheid, hoffelijkheid.

Middle Liddell

δεξιός
dexterity, cleverness, Hdt., Ar.; opp. to ἀμαθία, Thuc.