Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τεφρός

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: τεφρός Medium diacritics: τεφρός Low diacritics: τεφρός Capitals: ΤΕΦΡΟΣ
Transliteration A: tephrós Transliteration B: tephros Transliteration C: tefros Beta Code: tefro/s

English (LSJ)

ά, όν,

   A ash-coloured, Arist.HA519a2; χρῶμα ib.630a28; κόρση Herod.7.71; τεφρὴ γέρανος Babr.65.1, cf. PSI6.569.6 (iii B.C.): as Subst., -ον, τό, ash-coloured ointment, esp. for the eyes (cf. τέφρα), Cels.6.6.7, Aët.7.10,23.

German (Pape)

[Seite 1102] aschenfarbig, Arist. H. A. 3, 12. 9, 45 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

τεφρός: -ά, -όν, ὁ ἔχων τὸ χρῶμα τῆς τέφρας, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 3. 12, 1· χρῶμα αὐτόθι 9. 45, 3· τεφρὴ γέρανος Βαβρ. 65. 1.

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
de couleur cendrée, gris cendré.
Étymologie: τέφρα.

Greek Monolingual

-ή, -ό / τεφρός, -ά, -όν, ΝΑ, και ιων. θηλ. τεφρή Α
αυτός που έχει το χρώμα της τέφρας, σταχτής
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ τεφρόν
είδος κολλυρίου, ιδίως για τα μάτια, το οποίο είχε το χρώμα της τέφρας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τέφρα, πιθ. κατ' απόσπαση από το επίθ. ἔντεφρος (< ἐν + -τεφρος [< τέφρα) με καταβιβασμό του τόνου, κατά τα ἐρυθρός, χλωρός.

Greek Monotonic

τεφρός: -ά, -όν, αυτός που έχει το χρώμα της τέφρας, σε Βάβρ.

Russian (Dvoretsky)

τεφρός:
1) пепельный (χρῶμα Arst.);
2) пепельного цвета (γέρανος Arst., Babr.).

Middle Liddell

τεφρός, ή, όν [from τέφρα
ash-coloured, Babr.