Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τιμιότητα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η / τιμιότης, -ητος, ΝΑ τίμιος
νεοελλ.
η ιδιότητα και ο χαρακτήρας του τίμιου, εντιμότητα, ευσυνειδησία
αρχ.
1. η ιδιότητα αυτού που γίνεται αντικείμενο τιμής και σεβασμού
2. υλικός πλούτος, πολυτέλεια
3. φρ. «ἡ σὴ τιμιότης»
(τύπος προσφώνησης) η εντιμότητά σας.