Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πολυτέλεια

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: πολυτέλεια Medium diacritics: πολυτέλεια Low diacritics: πολυτέλεια Capitals: ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ
Transliteration A: polytéleia Transliteration B: polyteleia Transliteration C: polyteleia Beta Code: polute/leia

English (LSJ)

Ion. πολυτελ-είη, ἡ,

   A great expense, extravagance, opp. εὐτέλεια, Hdt.2.87, Th.6.12; τρυφὴ καὶ π. X.Mem.1.6.10; π. τῶν βίων Plb.13.1.1, cf. 9.10.5, etc.    2 costliness, ἐσθῆτος X.Lac.7.3, etc.

German (Pape)

[Seite 674] ἡ, großer Aufwand; Thuc. 6, 12; ἐσθῆτος, Xen. Lac. 7, 3; καὶ τρυφή, Mem. 1, 6, 10; ion. πολυτεληΐη, Her. 2, 87; τοῦ βίου, Luxus, Pol. 13, 1, 1; ἡ περὶ τοὺς βίους, 6, 57, 6.

Greek (Liddell-Scott)

πολῠτέλεια: ἡ, τὸ πολυδάπανον τοῦ βίου, τὸ πολυτελῶς ζῆν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ εὐτέλεια, Ἡρόδ. 2. 87, Θουκ. 6. 12· τρυφὴ καὶ π. Ξεν. Ἀπομν. 1. 6. 10· π. τῶν βίων Πολύβ. 13. 1, 1, πρβλ. 9. 10, 5· ἀντικαλλωπίζεσθαι πρὸς τὴν πολυτέλειαν εὐτελείᾳ Πλουτ. Ἠθικ. 406D. 2) τὸ πολυδάπανον πράγματός τινος, ἐσθῆτος Ξεν. Λακ. 7. 3.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 grande dépense ; magnificence;
2 en mauv. part dépenses insensées.
Étymologie: πολυτελής.

Greek Monolingual

η, ΝΑ πολυτελής
1. το να ζει κανείς ξοδεύοντας πολλά χρήματα, πολυδάπανα («τὴν εὐδαιμονίαν οἰομένῳ τρυφὴν καὶ πολυτέλειαν εἶναι», Ξεν.)
2. ο πλούτος της εμφάνισης, η μεγαλοπρέπεια, το λούσο
νεοελλ.
1. (οικον.) η χρήση αντικειμένων και η δαπάνη χρηματικών ποσών τα οποία υπερβαίνουν αισθητά το κανονικό βιοτικό επίπεδο ενός ατόμου
2. συνεκδ. καθετί που αποτελεί περιττό έξοδο, η σπατάλη
3. φρ. α) «κατάστημα πολυτελείας» — η ανώτερη κατηγορία στην οποία κατατάσσεται ένα κατάστημα, ζαχαροπλαστείο, εστιατόριο ή ξενοδοχείο, βάσει της οποίας κανονίζονται και οι τιμές του
β) «φόρος πολυτελείας» — φόρος που επιβάλλεται σε ορισμένα είδη, όπως κοσμήματα, πολύτιμους λίθους, έργα τέχνης, αρώματα, και ο οποίος δικαιολογείται από το γεγονός ότι η αγορά τέτοιων ειδών θεωρείται ένδειξη υψηλού εισοδήματος και, συνεπώς, ένδειξη μεγάλης φοροδοτικής ικανότητας.

Greek Monotonic

πολῠτέλεια: ἡ, πολυτέλεια, χλιδή, τρυφή, σε Ηρόδ., Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

πολυτέλεια: ион. πολυτεληΐη
1) большие расходы Her., Thuc.;
2) расточительность, тж. пышность, роскошь (ἐσθῆτος Xen.; τοῦ βίου и περὶ τοὺς βίους Polyb.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πολυτέλεια -ας, ἡ, Ion. πολυτελείη [πολυτελής] overdaad, pracht en praal:. τὴν εὐδαιμονίαν οἰομένῷ τρυφὴν καὶ πολυτέλειαν εἶναι in de mening dat het geluk luxe en overdaad is Xen. Mem. 1.6.10.

Middle Liddell

πολῠτέλεια, ἡ,
extravagance, Hdt., Thuc. [from πολῠτελής]

English (Woodhouse)

πολυτέλεια = costliness, expensiveness, extravagance, squandering

⇢ Look up "πολυτέλεια" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Wooshouse's English to Ancient Greek dictionary)