Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπομονή

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

η / ὑπομονή, ΝΑ ὑπομένω
ιδιότητα ή κατάσταση του υπομονητικού, εγκαρτέρηση
2. ανοχή, ανεκτικότητα (α. «είναι εκπληκτική η υπομονή που δείχνεις στις προσβολές που σού κάνει» β. «ἡ δὲ ἀπόνοιά ἐστιν ὑπομονή, αἰσχρῶν ἔργων τε καὶ λόγων», Θεόφρ.)
νεοελλ.
1. (ειδικότερα) η ιδιότητα αυτού που έχει τη δύναμη να περιμένει, που δεν βιάζεται («έκανε υπομονή πέντε ολόκληρα χρόνια ώσπου να διοριστεί»)
2. συνεκδ. ήρεμη θυμική κατάσταση και ψυχραιμίαθαυμάζω την υπομονή του δασκάλου μας στα όσα του κάνουμε»)
3. φρ. α) «έχω [ή κάνω] υπομονή» — δείχνω καρτερικότητα
β) «χάνω την υπομονή μου» — αγανακτώ
4. παροιμ. φρ. «ιώβεια υπομονή» — πολύ μεγάλη υπομονή, όπως αυτή που έδειξε ο Ιώβ
αρχ.
1. η κατάσταση και το αποτέλεσμα του υπομένω, η προς τα πίσω παραμονή
2. (με αρνητική σημ.) ισχυρογνωμοσύνη
3. ανθεκτικότητα
4. (για φυτά) αντοχή («τῆς δὲ ὑπομονής αἴτιον ἡ ὑγρότης», Θεόφρ.).