Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φαεσίμβροτος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: φᾰεσίμβροτος Medium diacritics: φαεσίμβροτος Low diacritics: φαεσίμβροτος Capitals: ΦΑΕΣΙΜΒΡΟΤΟΣ
Transliteration A: phaesímbrotos Transliteration B: phaesimbrotos Transliteration C: faesimvrotos Beta Code: faesi/mbrotos

English (LSJ)

ον,

   A bringing light to mortals, shining on them, ἠώς Il.24.785, B.12.128; Ἠέλιος Od.10.138,191, Hes.Th.958; Ἀπόλλων IG14.2524 (Autun); Ἠριγένεια ib.3.1326; ὄργια . . φαεσίμβροτα Δηοῦς ib.22.3661 (Eleusis, ii/iii A. D.); once in Trag., θεοῦ φαεσίμβροτοι αὐγαί E.Heracl.750 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 1250] den Sterblichen leuchtend, Licht bringend; ἠώς Il. 24, 785; Ηέλιος Od. 10, 138; Hes. Th. 958; θεοῦ φαεσίμβροτοι αὐγαί Eur. Heracl. 750.

Greek (Liddell-Scott)

φαεσίμβροτος: -ον, ὁ φέρων φῶς εἰς τοὺς θνητούς, φωτίζων αὐτοὺς, ἠὼς Ἰλ. Ξ. 785· Ἠέλιος Ὀδ. Κ. 138. 191, Ἡσ. Θεογ. 958· Ἀπόλλων Ἑλλ. Ἐπιγράμμ. 798, κλπ.· ― ἅπαξ παρὰ Τραγ., θεοῦ φαεσιμβρότου αὐγαὶ Εὐρ. Ἡρακλ. 750 (λυρ.)· ― πρβλ. φαεσ-φόρος.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui brille pour les mortels.
Étymologie: φάος, βροτός.

English (Autenrieth)

(βροτός): bringing light to mortals, shining for mortals, epith. of the sun and of Eos, Od. 10.138, Il. 24.785.

Spanish

que trae la luz a los mortales

Greek Monolingual

-ον, Α
(ποιητ. τ.) αυτός που φέρνει φως στους θνητούς («θεοῡ φαεσιμβρότου αὐγαί», Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. φαFε- (πρβλ. φάε, γ' εν. πρόσ. ενός αορ., βλ. και λ. φως) + -μβροτος (< βροτός «θνητός»), πρβλ. τερψίμβροτος. Η μορφή φαε-σι- του α' συνθετικού είναι αναλογική προς τα σύνθ. με α' συνθετικό σε -σι- (πρβλ. τους επίσης αναλογικούς σχηματισμούς ἀλφε-σι-, ἑλχε-σι-].

Greek Monotonic

φᾰεσίμβροτος: -ον· (φάος, βροτός, με ένθεση του μ.)· αυτός που φέρνει φως στους θνητούς, σε Όμηρ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

φᾰεσίμβροτος: сияющий для смертных, несущий свет людям (Ἠέλιος Hom., Hes.; θεός Eur.).

Middle Liddell

φάος, βρότος, with μ inserted]
bringing light to mortals, Hom., Eur.