Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Ἀπόλλων

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: Ἀπόλλων Medium diacritics: Ἀπόλλων Low diacritics: Απόλλων Capitals: ΑΠΟΛΛΩΝ
Transliteration A: Apóllōn Transliteration B: Apollōn Transliteration C: Apollon Beta Code: *)apo/llwn

English (LSJ)

ὁ, Apollo: gen. ωνος (also ω An.Ox.3.222): acc.

   A Ἀπόλλω IG1.9, al., A.Supp.214, S.OC1091, Tr.209 (lyr.) (mostly in adjurations, νὴτὸν Ἀπόλλω, etc.), Ἀπόλλωνα Pl.Lg.624a, freq. later, Agatharch.7, etc.: voc. Ἄπολλον Alc.1, A.Th.159(lyr.), Cratin.186, etc.; Ἀπόλλων A.Ch.559; cf. Ἀπέλλων, Ἄπλουν.    II Pythag. name of a number, Porph.Abst.2.36.

Greek (Liddell-Scott)

Ἀπόλλων: ὁ, γεν. -ωνος, ἀλλὰ καὶ -ω ἐν Ἀν. Ὀξ. 3. 222: αἰτ. Ἀπόλλω Αἰσχύλ. Ἱκ. 214, Σοφ. Ο. Κ. 1091, Τρ. 209· (ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν ὅρκοις, νὴ τὸν Ἀπόλλω κτλ.) Ἀπόλλωνα Πλάτ. Νόμ. 624Α, καὶ συχν. παρὰ μεταγεν.: κλητ. Ἄπολλον Ἀλκαῖος 1, Αἰσχύλ. Θήβ. 159, Κρατῖνος ἐν «Πυτίνῃ» 7, κτλ., Ἀπόλλων Αἰσχύλ. Χο. 559. [Ἡ πρώτη συλλαβὴ εἶναι βραχεῖα ἂν καὶ ἐν ταῖς τετρασυλλάβ. πτώσεσιν ὁ Ὅμηρος λαμβάνει αὐτὴν ὡς μακράν, Ἰλ. Α. 14, 21, κ. ἀλλ.]. Ὁ Ἀπόλλων ἦν υἱὸς τοῦ Διὸς καὶ τῆς Λητοῦς, ἀδελφὸς δὲ τῆς Ἀρτέμιδος, γεννηθεὶς κατὰ μὲν τὴν Ἰλιάδα (Δ 101) ἐν Λυκίᾳ, κατὰ δὲ τοὺς Ὁμηρ. ὕμνους (Ὕμν. εἰς Ἀπόλλ. 49 κἑξ.) καὶ μετεγεν. συγγραφ. ἐν Δήλῳ· ἀπεικονίζεται δὲ ἀεὶ νεαρὸς μετὰ κυμαινομένης κόμης, Ὀδ. Τ. 86. Παρ’ Ὁμήρῳ εἶναι ὁ δοτὴρ τῆς μαντοσύνης (Ἰλ. Α. 72), παρέχει εἰς τοὺς ῥαψῳδοὺς γνῶσιν τοῦ παρελθόντος καὶ θεωρεῖται ὡς μουσηγέτης, Ἰλ. Α. 603, πρβλ. εὐλύρας, χρυσολύρας, φορμικτής: εἶναι ὡσαύτως θεὸς τῆς τοξικῆς, ὄθεν καὶ καλεῖται ἀργυρότοξος, κλυτότοξος, ἕκατος, ἑκατηβόλος, κτλ.· πρὸς δὲ καὶ τῆς ἰατρικῆς, πρβλ. Παιάν, ἰατρός, ἰατρόμαντις. Ὁ αἰφνίδιος θάνατος τῶν ἀνδρῶν ἀπεδίδετο εἰς τὰ ἀγανὰ αὐτοῦ βέλεα, ὡς ὁ τῶν γυναικῶν εἰς τὴν Ἄρτεμιν· ἐν δὲ τῇ Ἰλ. Α. 50 κἑξ. τὰ βέλη αὐτοῦ παρίστανται ὡς προξενοῦντα φοβερὸν λοιμόν. Πρβλ. Φοῖβος, Σμινθεύς, Λύκειος. Δὲν ἐταυτίσθη δὲ μετὰ τοῦ Ἡλίου, εἰ μὴ ἀργὰ μόνον, βεβαίως οὐχὶ πρὸ τῶν χρόνων τοῦ Αἰσχύλου. Λεπτομερὴς περιγραφὴ τῶν προσόντων τοῦ ἐνδόξου τούτου θεοῦ εὕρηται ἐν Πινδ. Π. 5. 85 κἑξ. Τὸ ὄνομα αὐτοῦ κατ’ Ἀρχίλ. 23 παράγεται ἐκ τοῦ ἀπόλλυμι. Αἰσχύλ. Ἀγ. 1082, Εὐρ. 781, 11 κἑξ., ἀλλ΄ ἴδε Μυλλέρου π. Δωρ. 2. 6. § 6: - Ἴδε κατάλογον τῶν ὀνομάτων αὐτοῦ καὶ ἰδιοτήτων ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγρ. τ. 4. Πίνακ. ΙΙΙ.

French (Bailly abrégé)

ωνος (ὁ) :
Apollon, dieu de la musique, des arts et de la poésie.
Étymologie: p. Ἀπέλλων, litt. qui éloigne le mal, de ἀπέλλω.

English (Autenrieth)

Ἀπόλλωνος: Apollo, son of Zeus and Leto, and brother of Artemis, like her bringing sudden, painless death (see ἀγανός); god of the sun and of light, Φοῖβος, λυκηγενής, of prophecy (his oracle in Pytho, Od. 8.79), Il. 1.72, Od. 8.488; but not in Homer specifically god of music and leader of the Muses, though he delights the divine assembly with the strains of his lyre, Il. 1.603; defender of the Trojans and their capital, and of other towns in the Trojan domain, Cilla, Chryse, Il. 1.37, Il. 4.507; epithets, ἀκερσεκόμης, ἀφήτωρ, διΐφιλος, ἑκατηβόλος, ἕκατος, ἑκηβόλος, ἑκάεργος, ἰήιος, κερδῷος, λᾶοσσός, παιήων, χρῦσάορος, Σμινθεύς, Φοῖβος.

English (Slater)

ᾰπόλλων (-ων, -ωνος, -ωνι, -ωνα, -ον)
   a ὑπ' Ἀπόλλωνος γλυκείας πρῶτον ἔψαυσ Ἀφροδίτας sc. Euadne (O. 6.35) δᾶμον Ὑπερβορέων Ἀπόλλωνος θεράποντα (O. 3.16) ἔννεπε δ' εὐθὺς Ἀπόλλων as Pythian oracle (O. 8.41) (Χάριτες) χρυσότοξον θέμεναι πάρα Πύθιον Ἀπόλλωνα θρόνους (O. 14.11) χρυσέα φόρμιγξ, Ἀπόλλωνος καὶ ἰοπλοκάμων σύνδικον Μοισᾶν κτέανον (P. 1.1) Κίνυραν, τὸν ὁ χρυσοχαῖτα προφρόνως ἐφίλησ' Ἀπόλλων (P. 2.16) εἰς Ἀίδα δόμον ἐν θαλάμῳ κατέβα, τέχναις Ἀπόλλωνος sc. Koronis (P. 3.11) τότ' ἔειπεν Ἀπόλλων (P. 3.40) οὐκ ἀποδάμου Ἀπόλλωνος τυχόντος ἱέρεα χρῆσεν (P. 4.5) τῷ μὲν Ἀπόλλων ἅ τε Πυθὼ κῦδος ἐξ ἀμφικτιόνων ἔπορεν ἱπποδρομίας (P. 4.66) “οὔ τί που οὗτος Ἀπόλλων” (P. 4.87) ἐξ Ἀπόλλωνος δὲ φορμιγκτὰς ἀοιδᾶν πατὴρ ἔμολεν, εὐαίνητος Ὀρφεύς (P. 4.176) ἐπ' Ἀπόλλωνός τε κράνᾳ in Cyrene (P. 4.294) ὁ δ' ἀρχαγέτας Ἀπόλλων since his oracle ordered the foundation of Cyrene (P. 5.60) Ἄπολλον, τεᾷ, Καρνήἰ, ἐν δαιτὶ (Boeckh: Καρνεῖ(ε) codd.: at Cyrene) (P. 5.79) Ἐρεχθέος ἀστῶν, Ἄπολλον, οἳ τεὸν δόμον Πυθῶνι δίᾳ θαητὸν ἔτευξαν (i. e. the Alkmaionidai: cf. Herod., 5. 62) (P. 7.10) δμᾶθεν δὲ κεραυνῷ τόξοισί τ' Ἀπόλλωνος (sc. οἱ Γίγαντες) (P. 8.18) εὐρυφαρέτρας ἑκάεργος Ἀπόλλων (P. 9.28) Ἄπολλον (P. 10.10) Ψπερβορέων . ὧν θαλίαις ἔμπεδον εὐφαμίαις τε μάλιστ' Ἀπόλλων χαίρει (P. 10.35) φόρμιγγ' Ἀπόλλων ἑπτάγλωσσον χρυσέῳ πλάκτρῳ διώκων ἁγεῖτο παντοίων νόμων (N. 5.24) μείς τ' ἐπιχώριος, ὃν φίλησ Ἀπόλλων (παρ' Αἰγινήταις Δελφίνιος μὴν ἄγεται Δελφινίου Ἀπόλλωνος ἱερός. Σ.) (N. 5.44) κωμάσομεν παρ' Ἀπόλλωνος Σικυω- νόθε, Μοῖσαι, τὰν νεόκτιστον ἐς Αἴτναν i. e. from the temple of Apollo at Sikyon, where were held the games called Pythia (N. 9.1) ἐν Κρίσᾳ δ' εὐρυσθενὴς εἶδ Ἀπόλλων μιν πόρε τἀγλαίαν (I. 2.18) ἐν χρόνῳ δ' ἔγεντ Ἀπόλλων fr. 33b = fr. 147 Schr. ὧραι [Ἀπόλ]λωνι δαῖτα φιλησιστέφανον ἄγοντες (Pae. 1.8) [παι]ᾶνα [δι]ώξω Δηρηνὸν Ἀπόλλωνα πάρ τ' Ἀφρο[δίταν at Abdera Πα. 2. . ἰήιε, Δάλἰ Ἄπολλον (Pae. 5.1) 1, 3, . ἔσχον Δᾶλον, ἐπεί σφιν Ἀπόλλων δῶκεν ὁ χρυσοκόμας Ἀστερίας δέμας οἰκεῖν (Pae. 5.40) κατέβαν στεφάνων καὶ θαλιᾶν τροφὸν ἄλσος Ἀπόλλωνος at Delphi Πα. . 1. πρὸ πόνων δέ κε μεγάλων Δαρδανίαν ἔπραθεν, εἰ μὴ φύλασσεν Ἀπόλλων (Pae. 6.91) Ἀπόλλωνί γ[ (Pae. 7.5) Ἄπολλο[ν Πα. 7B. 1. κλυτοὶ μάντιες Ἀπόλλωνος (Pae. 8.13) ]ἄναξ Ἄπολλον[ (Pae. 16.2) ὁ Μοισαγέτας με καλεῖ χορεῦσαι Ἀπόλλων fr. 94c. 2. παιηο[ν- ] Ἀπόλλωνί τε καὶ[ fr. 140b. 10. ὀρχήστ' ἀγλαίας ἀνάσσων, εὐρυφάρετῤ Ἄπολλον fr. 148. ]εν γάρ, Ἄπολλον[ fr. 215. 8. ]Ἀπόλλωνι μὲν θ[ ?fr. 333a. 4.
   b Apollo Agreus or Nomios; cf. Serv. ad Virg. Georg. 1. 14, = Hes. fr. 129. R={3}. “θήσονταί τέ νιν (sc. Ἀρισταῖον) ἀθάνατον, Ζῆνα καὶ ἁγνὸν Ἀπόλλων, ἀνδράσι χάρμα φίλοις, ἄγχιστον ὀπάονα μήλων, Ἀγρέα καὶ Νόμιον, τοῖς δ' Ἀρισταῖον καλεῖν” (P. 9.64)
   c test., v. fr. 51a, fr. 55, fr. 56, fr. 100.

Spanish (DGE)

-ωνος, ὁ

• Alolema(s): dór. y panf. Ἀπέλον SEG 11.689 (Amiclas VII a.C.), SEG 11.926 (Giteon V a.C.), IPamph.3.30 (Silion IV a.C.); Ἀπέλλων IG 5(1)145 (Amiclas III a.C.), ICr.1.16.5.49 (Lato II a.C.); chipr. Ἀπείλων IChS 215 (Tamaso IV a.C.); tes. Ἄπλουν SEG 25.679 (Argisa), Pl.Cra.405c

• Prosodia: [gener. ᾰ- pero ᾱ- Il.1.14, etc.]

• Morfología: [voc. Ἄπολλον Od.4.341, Alc.307, A.Th.159, Cratin.198; ac. Ἀπόλλω S.OC 1091, IG 12(3).536 (Tera), Ἀπέλω Epil.3.2; gen. Ἀπόλλω An.Ox.3.222]
I sg. Apolo
1 el dios, hijo de Zeus y Leto Il.1.14, Od.3.279, 4.341, h.Ap.1, Hes.Th.14, Op.771, Sc.58, Fr.25.12, Alcm.49, 50, Stesich.55.2, Alc.307, A.Ch.559, S.OC 1091, Call.Ap.1
ὁ Ἀ. tít. de una comedia de Filemón, Philem.10
recibe una serie de epít. que revelan dif. realidades:
a) advoc. locales gener. c. culto Ἀ. Ἀβαῖος A. Abeo de Abas (Fócide), Hsch.s.u. Ἄβαι, Ἀ. Ἀειγενέτης A. Eternamente renovado de Camiro (Rodas), Macr.Sat.1.17.35, Ἀ. Αἰγιλεύς A. Egileo de Egilia IG 5(1).948, Ἀ. Ἀκραίφιος A. Acrefio de Acrefia (Beocia), St.Byz.s.u. Ἀκραιφία, Ἀ. Ἀκρίτας A. Acrita e.d. de la ciudadela de Esparta, Paus.3.12.8, Ἀ. Ἀλασιώτας A. Alasiota de Tamaso (Chipre) IChS 216b.4, Ἀ. Ἀλεύς A. Aleo de Alo o bien defensor en Tarento REG 76.1963.191.315 (Tarento IV a.C.);
b) epít. que reflejan el sincretismo c. dioses locales o la incorporación de éstos a la figura de Apolo Ἀ. [Γ] αδηνός A. Gadeno de la Pelasgiótide, prob. divinidad tracia identificada c. Apolo IG 9(2).1076 (Pelasgiótide), Ἀ. Κάρνειος, Καρνήϊος A. Carneo deriv. de un antiguo dios Carno, epít. extendido por todo el dominio dorio, Pi.P.5.79, Paus.2.10.2;
c) advoc. gener. sin culto ref. a sus hazañas Ἀ. Ἀργειφόντης A. Argifonta e.d. Matador de Argos o Matador del dragón (pero cf. etim. de Ἀργειφόντης s.u.) S.Fr.1024, Ἀ. Γιγαντολέτης A. Gigantoleta e.d. Matagigantes, AP 9.525.4;
d) epít. poét. ref. a su figura o pers. Ἀ. Ἀβροχαίτης A. Habroqueta e.d. A. de delicada cabellera, AP 9.525.2, Ἀ. Ἀγλαόμορφος A. Aglaomorfo e.d. A. de bellas formas, AP 9.525.2;
e) frec. los epít. aplicados a A. se aplican tb. a otros dioses Ἀ. Ἀκταῖος A. Acteo e.d. Costero Str.13.1.13, Ἀ. Ἀποτρόπαιος A. Apotropeo o Apotropaico e.d. El que aleja el mal Ar.V.161, Au.61, Pl.359, IG 22.4852, Ἀ. Ἀρχηγέτης (dór. ἀρχαγέτας) A. Arquégeta e.d. Fundador Pi.P.5.60 (de Cirene), Th.6.3 (de Naxo en Sicilia), etc. Para otros epít. de Apolo v. s.uu.
2 entre los pitagóricos n. de un número, Porph.Abst.2.36.
3 n. de un mes. prob. el mismo que Ἀπελλαῖος q.u. GDI 1931.1 (Delfos).
II plu.
1 Apolos ref. a los dif. cultos del dios IG 22.1945 (I d.C.).
2 apolos e.d. jóvenes hermosos, Vit.Aesop.G 16, v. Ἀπόλλωνος ἄκρον, ἱερόν, νῆσος, πόλις.

Greek Monotonic

Ἀπόλλων: ὁ, γεν. -ωνος, αιτ. Ἀπόλλωνα, συγκεκ. Ἀπόλλω, κλητ. Ἄπολλον (η πρώτη συλλ. είναι μακρά στον Όμηρ. χάριν του μέτρου)· ο θεός Απόλλων, γιος του Δία και της Λητούς, αδελφός της Αρτέμιδος, σε Όμηρ. κ.λπ.· στον Όμηρ., οι άνδρες που βρίσκουν αιφνίδιο θάνατο λέγεται ότι φονεύονται από τα ἀγανὰ βέλεα του Απόλλωνα· πρβλ. Ἄρτεμις.

Russian (Dvoretsky)

Ἀπόλλων: ωνος ὁ (ᾰ; voc. Ἄπολλον; арх. acc. - в клятвах - Ἀπόλλω) Аполлон (сын Зевса и Лето, брат-близнец Артемиды, рожденный на о-ве Делос, бог света, пророческого дара, поэзии и врачевания, хранитель стад, предводитель Муз - Μουσηγέτης, - впосл. отожд. с Гелиосом; его эпитеты у Hom.: Σμινθεύς «истребитель мышей», Φοῖβος «бог света», λυκηγενής «светорожденный», ἀφήτωρ, ἑκάεργος, ἕκατος, ἑκατηβόλος и ἑκηβόλος «стрелок», κλυτότοξος «со славным луком», ἀργυρότοξος «сребролукий», χρυσάορος «с золотым мечом», ἀκερσεκόμης «длиннокудрый», ἄναξ «владыка»): ναὶ (тж. μὰ и νὴ) τὸν Ἀπόλλω! Xen., Arph. клянусь Аполлоном!

Etymological

-ωνος
Grammatical information: m.
Meaning: gods name (Il.)
Other forms: Voc. ῎Απολλον.
Dialectal forms: In Myc. perh. ]perjo[ \/A]pely[on-\/, Ruijgh Études 56. Ἀπέλλων (Dor.), Ἀπείλων (Cypr.), Ἄπλουν (Thess.)
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Since J. Schmidt KZ 32, 327ff. explained from the voc. Ἄπολλον, itself assimilated from Ἄπελλον, cf. PN Ἀπελλίων, Ἀπελλῆς etc. Cypr. Ἀπείλων points to *Ἀπέλι̯ων as the basis of Dor. Ἀπέλλων; Thess. Ἄπλουν perhaps from (Pre-Greek) Apel-on- (Ruijgh, ap. Beekes, below).- There is no IE etymology. One tried connection with *ἄπελος Kraft, (in ὀλιγηπελίη, q.v.) and Germanic e. g. in awno. afi n. Kraft (Kretschmer Glotta 13, 242 A. 1; 15,191; 18, 205; 27, 32; 31, 102); also Illyrian PN, as Mag-aplinus, Aplo etc. (Krahe IF 57, 117f.). Criticism by Sommer IF 55, 176 A. 2 and Nilsson, s. below). - Improbable Solders Arch. f. Religionswiss. 32, 142ff. (to ἀπέλλαι σηκοί H., orig. "Steinfügung", from α copulativum and πέλλα λίθος H., because of the holy stones in the cult of Apollon; s. Kretschmer Glotta 27, 32). See also Bq. As Apollon was assumed to come from Asia Minor, one looked there for a connection. But Lyd. Pλdans Artimuk (s. on Ἄρτεμις) had initial q-. - Cf. Nilsson Gr. Rel. 1, 498ff. (esp. 523ff.); Chantraine L'Ant. class. 22, 68. - Burkert's idea that the name was derived from ἀμέλλαι is impossible (Beekes, Journ. Anc. Near Eastern Rel. 2, 2003). The name is prob. Pre-Greek, and Hitt. ]appaliunas, in a treaty between Alaksandus of Wilusa and the Hittite king, may well be the Pre-Greek proto-form (Apalyun).

Middle Liddell


Apollo, son of Zeus and Latona, brother of Artemis, Hom., etc.: in Hom. men who die suddenly are said to be slain by his ἀγανὰ βέλεα; cf. Ἄρτεμις.