Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φρῦνος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: φρῦνος Medium diacritics: φρῦνος Low diacritics: φρύνος Capitals: ΦΡΥΝΟΣ
Transliteration A: phrŷnos Transliteration B: phrynos Transliteration C: frynos Beta Code: fru=nos

English (LSJ)

(ἡ, Babr.28.6),

   A = φρύνη, Arist.HA609a24, Nic.Al.567, Babr.24.4, App.Anth.5.47 (φροῦνον ap. Synes.); cf. φροῦνος.    II a stone, = βατραχίτης, Cyran.39.    III a bird, ibid.

German (Pape)

[Seite 1311] ὁ, die Kröte, wie φρύνη; Arist. H. A. 9, 40; Apolld. 2, 8,4 u. A.; bei Babr. 28, 6 auch ἡ φρῦνος; aber 24, 4 masc.

Greek (Liddell-Scott)

φρῦνος: ὁ, ὡς τὸ φρύνη, Ἀριστ. περὶ τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 40, 41, Νικ. Ἀλεξιφ. 580, Βαβρ. 24. 4. ― ὁ Βαβρίας ὡσαύτως ἔχει τὴν λέξ. εἰς γένος θηλ. 28. 6.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ, ἡ)
crapaud, animal.
Étymologie: cf. lat. furvus.

Greek Monolingual

ο / φρῡνος, ΝΜΑ, και φροῡνος Μ, και φρῡνος, ἡ, Α
βάτραχος
νεοελλ.
ζωολ. γενική κοινή ονομασία συνήθως μεγαλόσωμων άνουρων αμφιβίων, πολύ συγγενικών με τους βατράχους, τα οποία όμως, σε αντιδιαστολή προς αυτούς, έχουν τραχύ και ξηρό δέρμα, καλυμμένο συχνά από φύματα με δηλητηριώδεις αδένες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. φρύνη.

Greek Monotonic

φρῦνος: ὁ, όπως φρύνη, βάτραχος, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

φρῦνος: ὁ Arst., ὁ и ἡ Babr. = φρύνη.

Middle Liddell

φρῦνος, ὁ,
like φρύνη, a toad, Arist.