Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φρῦνος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: φρῦνος Medium diacritics: φρῦνος Low diacritics: φρύνος Capitals: ΦΡΥΝΟΣ
Transliteration A: phrŷnos Transliteration B: phrynos Transliteration C: frynos Beta Code: fru=nos

English (LSJ)

(ἡ, Babr.28.6), A = φρύνη, Arist.HA609a24, Nic.Al.567, Babr.24.4, App.Anth.5.47 (φροῦνον ap. Synes.); cf. φροῦνος. II a stone, = βατραχίτης, Cyran.39. III a bird, ibid.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1311] ὁ, die Kröte, wie φρύνη; Arist. H. A. 9, 40; Apolld. 2, 8,4 u. A.; bei Babr. 28, 6 auch ἡ φρῦνος; aber 24, 4 masc.

Greek (Liddell-Scott)

φρῦνος: ὁ, ὡς τὸ φρύνη, Ἀριστ. περὶ τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 40, 41, Νικ. Ἀλεξιφ. 580, Βαβρ. 24. 4. ― ὁ Βαβρίας ὡσαύτως ἔχει τὴν λέξ. εἰς γένος θηλ. 28. 6.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ, ἡ)
crapaud, animal.
Étymologie: cf. lat. furvus.

Greek Monolingual

ο / φρῡνος, ΝΜΑ, και φροῡνος Μ, και φρῡνος, ἡ, Α
βάτραχος
νεοελλ.
ζωολ. γενική κοινή ονομασία συνήθως μεγαλόσωμων άνουρων αμφιβίων, πολύ συγγενικών με τους βατράχους, τα οποία όμως, σε αντιδιαστολή προς αυτούς, έχουν τραχύ και ξηρό δέρμα, καλυμμένο συχνά από φύματα με δηλητηριώδεις αδένες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. φρύνη.

Greek Monotonic

φρῦνος: ὁ, όπως φρύνη, βάτραχος, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

φρῦνος: ὁ Arst., ὁ и ἡ Babr. = φρύνη.

Middle Liddell

φρῦνος, ὁ,
like φρύνη, a toad, Arist.