Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φυσικός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: φῠσικός Medium diacritics: φυσικός Low diacritics: φυσικός Capitals: ΦΥΣΙΚΟΣ
Transliteration A: physikós Transliteration B: physikos Transliteration C: fysikos Beta Code: fusiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A natural, produced or caused by nature, inborn, native, once in X.,Mem.3.9.1, not in Pl., freq. in Arist. (τὰ περὶ γένεσιν φ. Ph.191a3, al.), and later Prose; opp. διδακτός, X. l.c.; opp. νομικός (conventional), δίκαιον Arist.EN1134b19; ἡ φ. χρῆσις, opp. ἡ παρὰ φύσιν, Ep.Rom.1.26; of style, natural, simple, ἀληθὲς καὶ φ. χρῶμα D.H.Th.42; τὸ φ., opp. τὸ τεχνικόν, ib.34: φ. υἱός, = ὁ ἐκ πορνείας γεγονώς, opp. γνήσιος, Thom.Mag.p.362 R.; υἱὸς γνήσιος καὶ φ. PLips.28.18 (iv A. D.). Adv. -κῶς by nature, naturally, κινητόν, κινεῖσθαι, Arist.Ph.201a24, Cael.307b32; ὠχυρωμένη φ. λίμνῃ D.S.20.55; ἀκατασκεύως καὶ φ. Plb.6.4.7, etc.    b belonging to the nature of a plant, characteristic, Thphr.HP8.4.4, al.    2 belonging to growth, Stoic.2.205, al.    3 φ. ὀδόντες milk-teeth, Nicom. ap. Theol.Ar.49.    II of or concerning the order of external nature, natural, physical, ἡ φ. ἐπιστήμη Arist.PA640a2; φ. φιλοσοφία ib.653a9; ἡ φ. Id.Metaph.1026a6, etc.; opp. μαθηματική, θεολογική, ib.1064b2; τὰ φ. ib.1026a4; οἱ φ. λόγοι f.l. for οἱ φυσιολόγοι, Id.EN1154b7; φ. προτάσεις, opp. ἠθικαί, λογικαί, Id.Top.105b21; τὸ φ., τὸ ἠθικόν, τὸ λογικόν, the three branches of philosophy, Zeno Stoic.1.15, etc., cf. S.E.P.2.13; τὰ πρῶτα καὶ -ώτατα the primal elements of things, Plu.2.395d.    2 ὁ φ. an inquirer into nature, natural philosopher, Arist.de An.403a28, PA641a21, Metaph.1005a34; περὶ πασῶν [τῶν αἰτιῶν] εἰδέναι τοῦ φ. Id.Ph.198a22, cf. Metaph. 1026a5: esp. of the Ionic and other pre-Socratic philosophers, Id.Ph.184b17, 187a12, 205a5, al.: also ὁ φ., of Epicurus, Phylarch. 24J.; ὁ φυσικώτατος, of Thales, Luc.Ner.4.    b army surgeon, dub. in IG12.950.153.    3 ἡ φ. ἀκρόασις, title of a treatise by Arist.; τὰ φυσικά, a name given to his physical treatises, Id.Ph.267b21, Metaph.1042b8; ἐπιτομὴ φυσικῶν Id.Pr.10tit.    4 Adv. -κῶς according to the laws of nature, Id.Ph.198a23; opp. λογικῶς, ib.204b10: Comp. -ώτερον εἰπεῖν Id.GC335b25.    III later, belonging to occult laws of nature, magical, φ. φάρμακα spells or amulets, Alex. Trall.1.15; φυσικοῖς χρῆσθαι Gp.2.18.8; φ. θεραπεία ib.2.42.3; φ. δακτύλιοι Sch.Ar.Pl.884. Adv. -κῶς Gp.9.1.5.

German (Pape)

[Seite 1318] adv. φυσικῶς, 1) natürlich, von der Natur geschaffen, bewirkt, angeboren; im Ggstz des Erlernten, Xen. Mem. 3, 9,1; im Ggstz von νομικός, Arist. eth. 5, 7; im Ggstz des künstlich Erzwungenen, Pol. 6, 4,7; Sp. – 2) naturgemäß, nach den Gesetzen der Natur, in der Naturordnung begründet, im Ggstz des Wider- oder Uebernatürlichen u. Wunderbaren, physisch; αἴτια φυσικά, physische Ursachen im Ggstz der ἠθικά; dah. ἡ φυσικὴ θεωρία, auch ἡ φυσική allein, = Naturforschung, Untersuchung der Naturkörper u. -erscheinungen, u. übh. des Wesens der Dinge; οἱ φυσικοί, die ältesten ionischen und eleatischen Philosophen, die sich mit Erforschung des Wesens und des Urgrundes der Dinge bebeschäftigten, Naturphilosophen; τὸ φυσικόν, der Theil der Philosophie, der sich mit der Erforschung des Wesens und des Urgrundes der Dinge beschäftigte, wie besonders die Stoiker die Philosophie eintheilen in φυσικόν, ἠθικόν u. διαλεκτικόν, S. Emp. pyrrh. 2, 2. – Bei Sp. auch = zauberisch, sympathetisch, φάρμακα φυσικά, im Ggstz der künstlichen Arzneimittel der Aerzte, und φυσικοί, Zauberer, die besondere Kenntnisse der Naturkräfte zu besitzen vorgaben.

Greek (Liddell-Scott)

φῠσικός: -ή, -όν, (φύσις) ὡς καὶ νῦν, ὁ εἰς τὴν φύσιν ἀνήκων, παραχθεὶς ὑπὸ τῆς φύσεως, ἐγγενής, ἐσωτερικός, ἅπαξ ἐν Ξεν. Ἀπομν. 3. 9, 1, οὐδαμοῦ παρὰ Πλάτωνι, ἀλλὰ σύνηθες παρὰ μεταγενεστέροις πεζογράφοις ἀπὸ τοῦ Ἀριστ. καὶ ἐφεξῆς· ἀντίθετον τῷ διδακτός, Ξεν. ἔνθ’ ἀνωτ., ἀντίθετ. τῷ νομικός, (ὁ κατά συνθήκην), Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 5. 7, 1· ― ἐπὶ ὕφους, φυσικός, ἁπλοῦς, ἀνεπιτήδευτος, συνάπτεται τῷ ἀληθής, Διονύσ. περὶ Θουκ. 42· τὸ φυσικὸν ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ τεχνικόν, αὐτόθι 34· ― φ· υἱός, παῖς Θωμ. Μάγ., Βυζ.· ― ἐπίρρ. -κῶς, ἐκ φύσεως, κατὰ φύσιν, φυσικῶς, κινεῖν, κινεῖσθαι Ἀριστ. Φυσ. 3. 1, 7, περὶ Οὐραν. 4. 1, 1· φ. ὠχυρωμένη Διόδ. 20· 55· φ· καὶ ἀπαρασκεύως Πολύβ. 6. 4, 7, κλπ. ΙΙ. ὁ ἀνήκων ἢ ἀποβλέπων εἰς τὴν τάξιν τῆς ἐξωτερικῆς φύσεως, ὁ τὴν φύσιν ἐξετάζων, ἡ φ. ἐπιστήμη, ἡ φ. θεωρία Ἀριστ. περὶ Ζῴων Μορ. 1. 1, 13 καὶ 44· φ. φιλοσοφία αὐτόθι 2. 7, 13· καὶ μόνον ἡ φυσική, ὁ αὐτ. Μετὰ τὰ Φυσ. 5. 1, 8, κ. ἀλλ.· ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ θεολογικὴ καὶ μαθηματική, αὐτόθι 10. 7, 9, κ. ἀλλ.· οἱ φ. λόγοι ὁ αὐτ. ἐν Ἠθ. Νικ. 7. 14, 5· φ. προτάσεις, ἀντίθ. τῷ ἠθικαὶ καὶ λογικαί, ὁ αὐτ. ἐν Τοπικ. 4. 14, 4.· οὕτω, τὸ φυσικόν, τὸ ἠθικόν, τὸ λογικὸν ἦσαν αἱ τρεῖς διαιρέσεις εἰς ἃς διήρουν τὴν φιλοσοφίαν οἱ Ἕλληνες διδάσκαλοι, μάλιστα δὲ οἱ Στωϊκοί, πρβλ. Σέξτ. Ἐμπ. Π. 2. 13, Wyttenb. εἰς Πλούτ. 97Α· τὰ πρῶτα καὶ φυσικώτατα, τὰ πρῶτα στοῖχεῖα τῶν πραγμάτων, Πλούτ. 2. 395D. 2) ὁ φ. ὁ ἐρευνητὴς τῆς φύσεως, φυσικὸς φιλόσοφοςἐπιστήμων τῆς φυσικῆς, Ἀριστ. περὶ Ψυχ. 1. 1, 18, περὶ Ζῴων Μορ. 1. 1, 29, Μετὰ τὰ Φυσικ. 5. 1, κ. ἀλλ.· περὶ πασῶν τῶν αἰτιῶν εἰδέναι τοῦ φ. ὁ αὐτ. ἐν Φυσ. 2. 7, 2, πρβλ. Μετὰ τὰ Φυσικ. 3. 3, 4· ― οἱ φυσικοὶ ἐκαλοῦντο οἱ Ἴωνες καὶ ἄλλοι φιλόσοφοι οἱ πρὸ τοῦ Σωκράτους ὑπάρξαντες (πρβλ. φυσιολόγος), ὁ αὐτ. ἐν Φυσ. 1. 2, 1., 1. 4, 1., 3. 5, 12, περὶ Ψυχ. 1. 1, 11, κ. ἀλλ.· ὁ φυσικώτατος, ὁ Θαλῆς, Λουκ. Νέρ. 4. 3) ἡ φ. ἀκρόασις, ὲπιγραφὴ πραγματείας τινὸς κοσμογονικῆς ἐν Ἀριστ.· τὰ φυσικά, τὸ ὄνομα τῶν φυσικῶν αὐτοῦ πραγματειῶν, Φυσικ. 8. 10, 19, περὶ Γεν. κ. Φθορ. 1. 2, 10, Μετὰ τὰ Φυσ. 7. 1, 8, πρβλ. Προβλ. 10. 4) ἐπίρρ. -κῶς, κατὰ τοὺς νόμους τῆς φύσεως, ἀντίθετον τῷ λογικῶς, ὁ αὐτ. ἐν Φυσ. 2. 7, 2., 3. 5, 8, κ. ἀλλ. ΙΙΙ. παρὰ μεταγεν., ὁ ἀνήκων εἰς κεκρυμμένους νόμους τῆς φύσεως, μαγικός, φ. φάρμακα, φυλακτήρια, ἴδε Salmas. ad Hist. Aug. 2. 457· οἱ φυσικοί, γόητες, μάγοι προσποιούμενοι γνῶσιν τῆς φύσεως καὶ τῶν κρυπτῶν αὐτῆς δυνάμεων, πρβλ. Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Πλ. 884· οὔτως ἐπίρρ. -κῶς. Γεωπον. 9. 1, 5.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 qui concerne la nature ou l’étude de la nature ; ἡ φυσική ou τὸ φυσικόν l’observation ou l’étude des choses de la nature ; οἱ φυσικοί les philosophes naturalistes, anciens philosophes ioniens et éoliens qui s’occupaient des choses de la nature ; particul. ὁ φυσικώτατος LUC le philosophe naturaliste par excellence (Thalès);
2 naturel, fourni, indiqué ou inspiré par la nature;
3 naturel, conforme à la nature;
Cp. φυσικώτερος, Sp. φυσικώτατος.
Étymologie: φύσις.

Spanish

relativo a las fuerzas ocultas de la naturaleza, mágico

English (Strong)

from φύσις; "physical", i.e. (by implication) instinctive: natural. Compare ψυχικός.

English (Thayer)

φυσικη, φυσικον (φύσις), natural; i. e., a. produced by nature, inborn (very often so from Xenophon, (mem. 3,9, 1) down).
b. agreeable to nature (Dionysius Halicarnassus, Plutarch, others): opposed to παρά φύσιν, governed by (the instincts of) nature: ζῷα γεγεννημένα φυσικά, R. V. born mere animals).

Greek Monolingual

-ή, -ό / φυσικός, -ή, -όν, ΝΜΑ, θηλ. και -ός Ν φύσις
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη φύση ή αυτός που προέρχεται από τη φύση, εγγενής (α. «φυσικά χαρίσματα» β. «πάλιν δὲ ἐρωτώμενος, ἡ ἀνδρεία πότερον εἴη διδακτὸν ἤ φυσικόν», Ξεν.)
2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη φύση και στις αρχές που τήν διέπουν (α. «φυσικά φαινόμενα» β. «ἡ φυσικὴ ἐπιστήμη», Αριστοτ.)
3. ο σχετικός με την ύλη ή το σώμα, υλικός, σωματικός, σε αντιδιαστολή προς τον ψυχικό ή τον πνευματικό (α. «φυσικές ανάγκες» β. «τὸν ἔρωτα, εἴτε θεῖον, εἴτε ἀγγελικόν, εἴτε νοερόν, εἴτε ψυχικόν, εἴτε φυσικόν», Δίον. Αρ.)
4. μτφ. ειλικρινής, ανεπιτήδευτος (α. «φυσικό παίξιμο» β. «φυσικό φως» γ. «ἀληθὲς καὶ φυσικὸν χρῶμα», Διον. Αλ.)
5. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα φυσικά
α) η επιστήμη της φυσικής
β) ως κύριο όν. Φυσικά
τίτλος συγγράμματος του Αριστοτέλους στο οποίο ερευνώνται οι βασικές αρχές ερμηνείας της φύσης
7. φρ. «Μετά τα φυσικά» — τίτλος συγγράμματος του Αριστοτέλους στο οποίο διατυπώνεται η θεωρία για τις αρχές του όντος
νεοελλ.
1. αυτός που υπάρχει ή συμβαίνει σύμφωνα με τη φύσηφυσικός θάνατος» — θάνατος που προήλθε από φυσικά αίτια, από γηρατειά)
2. αυτός που αποτελεί αναγκαίο επακόλουθο («ήταν φυσικό να χωρίσουν μετά από όσα του έκανε»)
3. μτφ. λιτός, απέριττοςφυσική ομορφιά»)
4. το αρσ. και θηλ. ως ουσ. ο, η, φυσικός
α) επιστήμονας ειδικός στη φυσική
β) καθηγητής της φυσικής
5. το θηλ. ως ουσ. βλ. φυσική
6. το ουδ. ως ουσ. το φυσικό
α) (για πρόσ.) i) ιδιοσυγκρασία, χαρακτήραςείναι του φυσικού του να μιλάει άσχημα στους άλλους)
ii) ιδιότητα, χαρακτηριστικό (α. «κάθε άνθρωπος έχει τα φυσικά του, άλλα θετικά, άλλα αρνητικά» β. «γιατί έτσι το 'χει φυσικό τσή Μοίρας το παιγνίδι», Ερωτόκρ.)
7. φρ. α) «Μικρά Φυσικά» — ονομασία που δόθηκε από τους Λατίνους σε σειρά έργων του Αριστοτέλους που επιγράφονται Ζωικά
β) «φυσικά δικαιώματα»
(οικον.) οι ελευθερίες ή τα μέσα που θα πρέπει να παρέχονται σε όλους τους ανθρώπους σε όλες τις εποχές και σε οποιεσδήποτε συνθήκες
γ) «φυσικές επιστήμες» — οι επιστήμες που μελετούν συστηματικά τον ανόργανο κόσμο, σε αντιδιαστολή προς τις βιολογικές επιστήμες, που μελετούν τον ενόργανο κόσμο
δ) «φυσική αγωγή» — το σύνολο τών σωματικών και αθλητικών δραστηριοτήτων που επιδιώκουν παιδευτικούς σκοπούς, αλλ. σωματική αγωγή
ε) «φυσική ανθρωπολογία»
ανθρωπολ. επιστήμη που εξετάζει τις ανθρώπινες ομάδες από σωματική άποψη
στ) «φυσική ακολουθία αριθμών»
μαθημ. ακολουθία ακέραιων αριθμών, όπου ο κάθε αριθμός σχηματίζεται με την προσθήκη μιας μονάδας στον προηγούμενο του
ζ) «φυσική αύξηση»
(κοινων.) η αύξηση του πληθυσμού που οφείλεται στην υπεροχή τών γεννήσεων έναντι τών θανάτων
η) «φυσική γεωγραφία»
γεωγρ. κλάδος της γεωγραφίας που ασχολείται με τη μελέτη τών μορφολογικών χαρακτηριστικών της Γης
θ) «φυσική επιλογή»
βιολ. βλ. επιλογή
ι) «φυσική μείωση»
(κοινων.) η μείωση του πληθυσμού που οφείλεται στην υπεροχή τών θανάτων έναντι τών γεννήσεων
ια) «φυσική περιοχή»
γεωγρ. βλ. περιοχή
ιβ) «φυσική τιμή»
(οικον.) η τιμή που εξισώνεται με το συνολικό μέσο κόστος και γύρω από την οποία κυμαίνεται η τιμή αγοράς επί μακρό σχετικά χρονικό διάστημα
ιγ) «φυσική ρόφηση» ή «φυσική προσρόφηση»
φυσ.-χημ. φαινόμενο αντιστρεπτής προσρόφησης, του οποίου ο μηχανισμός περιγράφεται με τη βοήθεια φυσικών δράσεων
ιδ) «φυσική τάξη»
(βιολ.-βοτ.) παλαιά, ιστορική ταξινομική κατηγορία, η οποία αντιστοιχεί λιγότερο ή περισσότερο με τη σύγχρονη κατηγορία της οικογένειας
ιε) «φυσική ταξινόμηση»
βιολ. σύστημα ταξινόμησης το οποίο ομαδοποιεί τους οργανισμούς με βάση το σύνολο τών χαρακτηριστικών τους και επιχειρεί να υποδείξει τις εξελικτικές σχέσεις
ιστ) «φυσική χημεία»
χημ. η φυσικοχημεία
ιζ) «φυσικό αέριο»
(χημ.-τεχνολ.) το σύνολο τών αέριων υδρογονανθράκων που βρίσκονται μέσα σε πετρώματα-ταμιευτήρες στα πετρελαιοφόρα κοιτάσματα, από όπου εξορύσσονται, και τα οποία χρησιμοποιούνται ως καύσιμα ή ως πρώτη ύλη της πετροχημικής βιομηχανίας
ιη) «φυσικό δίκαιο»
(νομ.) ιστορικός όρος που δηλώνει ένα σύστημα του ορθού και του δικαίου το οποίο θεωρείται κοινό για όλη την ανθρωπότητα, ένα σώμα γενικά αναγνωρισμένων αρχών ορθής συμπεριφοράς οι οποίες απορρέουν από την ίδια τη φύση του ανθρώπου, αντίστοιχο με το φυσικό σύστημα που διέπει το Σύμπαν και αντιδιαστελλόμενο προς το λεγόμενο θετικό δίκαιο, δηλαδή τους κανόνες που θεσπίζονται από το κράτος και τών οποίων η εφαρμογή εξασφαλίζεται με συγκεκριμένες κυρώσεις
ιθ) «φυσικό εκκρεμές»
φυσ. κάθε στερεό σώμα, στρεπτό γύρω από έναν οριζόντιο άξονα
κ) «φυσικοί αριθμοί»
μαθημ. οι απλούστεροι ακέραιοι αριθμοί 1, 2, 3, 4... ή και το 0
κα) «φυσικοί νόμοι»
i) (φιλοσ.) οι νόμοι που διέπουν τη φύση και δρουν ανεξάρτητα από τη συνείδηση και τη θέληση τών ανθρώπων και δεν είναι δυνατόν να παραβιαστούν ή να μεταβληθούν
ii) φυσ. οι σχέσεις μεταξύ μεγεθών που αναφέρονται στις αλληλεπιδράσεις, στην κίνηση και τη δομή της ύλης, στην ενέργεια και στις μετατροπές ύλης και ενέργειας
κβ) «φυσικοί πόροι»
(οικον.) το σύνολο τών φυσικών προϊόντων, τών κοιτασμάτων μεταλλευμάτων και άλλων ορυκτών, τών καλλιεργούμενων και αξιοποιήσιμων εδαφών, τών δασών και τών υδάτων που διαθέτει μια χώρα, αλλ. φυσικός πλούτος
μσν.
1. νόμιμος («τὸν βασιλέα ποὺ εἴχασιν διὰ φυσικὸν ἀφέντην», Χρον. Μoρ.)
2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε απόκρυφους νόμους της φύσης, μαγικός («φυσικὰ φάρμακα» — μαγικές επωδοί ή φυλαχτά, Αλεξ. Τραλλ.)
3. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οἱ φυσικοί
οι μάγοι
4. φρ. «φυσικός υἱὸς [ή παῖς]» — εξώγαμο παιδί (Θωμ. Μ.)
αρχ.
1. το αρσ. ως ουσ. α) πιθ. στρατιωτικός χειρουργός
β) προσωνυμία του Επικούρου
2. το θηλ. ως ουσ. η φυσική φιλοσοφία
3. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οἱ φυσικοί
οι Ίωνες και άλλοι προσωκρατικοί φιλόσοφοι
4. το ουδ. ως ουσ. (στους Στωικ.) κλάδος της φιλοσοφίας με αντικείμενο τη φύση και την αρχική αιτία τών πραγμάτων
5. (το αρσ. υπερθ. βαθμού ως ουσ.) ὁ φυσικώτατος
προσωνυμία που αποδόθηκε στον Θαλή
6. φρ. α) «Φυσική ἀκρόασις» — τίτλος πραγματείας του Αριστοτέλους
β) «τὰ πρῶτα καὶ φυσικώτατα» — τα πρώτα στοιχεία τών πραγμάτων (Πλούτ.)
γ) «φυσικοί ὀδόντες» — οι νεογιλοί οδόντες (Νικόμ.).
επίρρ...
φυσικώς / φυσικῶς, ΝΜΑ, και φυσικά Ν
με φυσικό τρόπο
νεοελλ.
1. οπωσδήποτε, βεβαίως («φυσικά και θα πάμε εκδρομή, αφού μάς κάλεσαν»)
2. κατά συνέπεια («εφόσον δεν διάβασες, φυσικά θα αποτύχεις»)
μσν.
με μαγικά μέσα
αρχ.
1. από τη φύση («φυσικῶς ὠχυρωμένη», Διόδ.)
2. σύμφωνα με τους νόμους που διέπουν τη φύση.

Greek Monotonic

φῠσικός: -ή, -όν (φύσις
I. φυσικός, αυτός που παράγεται από τη φύση, αντίθ. προς διδακτός, σε Ξεν., Αριστ.
II. αυτός που ανήκει ή είναι μέσα στην τάξη της εξωτερικής φύσης, φυσιολογικός, φυσικός αντίθ. προς ἠθικός, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

φῠσικός:
1) прирожденный, природный (διδακτὸς ἢ φ. Xen.): τὸ δίκαιον φυσικόν Arst. (лат. jus naturale) естественное право;
2) естественный, физический: ἡ φυσικὴ ἐπιστήμη (тж. θεωρία или φιλοσοφία) Arst. основы естествознания; τὰ πρῶτα καὶ φυσικώτατα Plut. первоначала природы.
II ὁ естествоиспытатель, естествовед: οἱ φυσικοί Arst., Plut. «физики» (философы ионической и отчасти элейской школы); ὁ φυσικώτατος Luc. первый из философов ионической школы, т. е. Θαλῆς.

Middle Liddell

φῠσικός, ή, όν φύσις
I. natural, native, opp. to διδακτός, Xen., Arist.
II. of or in the order of nature, natural, physical, opp. to ἠθικός, Arist.

Chinese

原文音譯:fusikÒj 廢西可士
詞類次數:形容詞(3)
原文字根:長出的
字義溯源:生來的,天然的,本性的,順性的;源自(φύσις)=本性),而 (φύσις)出自(φύω)*=發芽,生長)
出現次數:總共(3);羅(2);彼後(1)
譯字彙編
1) 本性的(2) 羅1:26; 羅1:27;
2) 本性(1) 彼後2:12