Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φώκαινα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: φώκαινα Medium diacritics: φώκαινα Low diacritics: φώκαινα Capitals: ΦΩΚΑΙΝΑ
Transliteration A: phṓkaina Transliteration B: phōkaina Transliteration C: fokaina Beta Code: fw/kaina

English (LSJ)

ἡ,

   A porpoise, Delphinus phocaena, Arist.HA566b9, 598b1.

German (Pape)

[Seite 1321] ἡ, wie φῶκος, ὁ, der Braunfisch, eine Wallfischart.

Greek (Liddell-Scott)

φώκαινα: ἡ, ἰχθύς τις ἐκ τῶν κητοειδῶν, εἶδος φώκης, «φώκαιναι, τρισυλλάβως· τὰς γὰρ φωκαίνας (Γαλλ. marsonin) Ἀριστοτέλης περὶ Ζῴων Ἱστ. Ϛ΄, 11 καὶ η΄, 15) συγκαταλέγει ταῖς φαλαίναις καὶ τοῖς δελφῖσι» Κοραῆς εἰς Ξενοκρ. σ. 108., κτλ., Delphinus phοcaena, Ἀριστ. περὶ τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 12, 2., 8. 13, 7.

Greek Monolingual

η, ΝΑ
ζωολ. γένος, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, και γενική ονομασία τεσσάρων ειδών της οικογένειας τών δελφινιών, που διακρίνονται από τα κοινά δελφίνια χάρη στο πιο συμπαγές σώμα, το μικρότερο μέγεθος και το αμβλύληκτο, χωρίς ρύγχος, πρόσθιο άκρο τους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φώκη + κατάλ. -αινα (πρβλ. σκόρπ-αινα)].

Russian (Dvoretsky)

φώκαινα: ἡ бурый дельфин (Delphinus phocaena) Arst.