Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φώκη

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: φώκη Medium diacritics: φώκη Low diacritics: φώκη Capitals: ΦΩΚΗ
Transliteration A: phṓkē Transliteration B: phōkē Transliteration C: foki Beta Code: fw/kh

English (LSJ)

ἡ,

   A seal, esp. Phoca monachus, φ. νέποδες καλῆς ἁλοσύδνης Od.4.404; φ. ζατρεφέες ib.451, cf. Ar.V.1035, Pax758 (both anap.); ἐσθῆτι χρᾶσθαι φωκέων δέρμασι Hdt.1.202.

German (Pape)

[Seite 1321] ἡ, die Robbe, der Seehund; Od. 4, 436. 449; h. Apoll. 77; Her. ἐσθῆτι χρᾶσθαι φωκέων δέρμασι 1, 202; Ar. Vesp. 1035 Pax 742.

Greek (Liddell-Scott)

φώκη: ἡ, ὡς καὶ νῦν, ἡ «φώκια», πιθανῶς, Phoca monachus (ἐπειδὴ τοῦτο τὸ εἶδος εἶναι σύνηθες ἐν τῇ Μεσογείῳ θαλάσσῃ), φ. νέποδες (ἴδε τὴν λέξ.), Ὀδ. Δ. 404· ζατρεφέες αὐτόθι 451· παροιμιώδης κατέστη ἡ ὀσμὴ αὐτῶν, πρβλ. Ὀδ. Δ. 406 πρὸς Ἀριστοφ. Σφ. 1035, Εἰρ. 742· ἐσθῆτι χρᾶσθαι φωκέων δέρμασι Ἡρόδ. 1. 202.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
phoque, veau marin, animal.
Étymologie: DELG étym. obscure, pê de φῦσα (souffler comme un phoque) ou emprunt.

English (Autenrieth)

seal. (Od.)

Greek Monolingual

η, ΝΑ
ζωολ. η φώκια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη, πρόκειται για ηχομιμητική λ. που ανάγεται στην ΙΕ ρίζα p(h)ŭ-, η οποία αποτελεί προϊόν ονοματοποιίας (βλ. λ. φῦσα) και έχει σχηματιστεί πιθ.από μια μορφή phōu- της ρίζας με επίθημα -κη (πρβλ. θή-κη). Είναι πιθανό, ωστόσο, να πρόκειται και για δάνεια λ. Τη λ. δανείστηκε η Λατινική (πρβλ. λατ. phōkā, phōcē) και στη συνέχεια οι νεώτερες γλώσσες (πρβλ. γαλλ. phoque)].

Greek Monotonic

φώκη: ἡ, φώκια, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

φώκη: ἡ тюлень Hom., Her., Arph., Plut.

Middle Liddell

φώκη, ἡ,
a seal, Od., Hdt.