Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φώκη

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: φώκη Medium diacritics: φώκη Low diacritics: φώκη Capitals: ΦΩΚΗ
Transliteration A: phṓkē Transliteration B: phōkē Transliteration C: foki Beta Code: fw/kh

English (LSJ)

ἡ,

   A seal, esp. Phoca monachus, φ. νέποδες καλῆς ἁλοσύδνης Od.4.404; φ. ζατρεφέες ib.451, cf. Ar.V.1035, Pax758 (both anap.); ἐσθῆτι χρᾶσθαι φωκέων δέρμασι Hdt.1.202.

German (Pape)

[Seite 1321] ἡ, die Robbe, der Seehund; Od. 4, 436. 449; h. Apoll. 77; Her. ἐσθῆτι χρᾶσθαι φωκέων δέρμασι 1, 202; Ar. Vesp. 1035 Pax 742.

Greek (Liddell-Scott)

φώκη: ἡ, ὡς καὶ νῦν, ἡ «φώκια», πιθανῶς, Phoca monachus (ἐπειδὴ τοῦτο τὸ εἶδος εἶναι σύνηθες ἐν τῇ Μεσογείῳ θαλάσσῃ), φ. νέποδες (ἴδε τὴν λέξ.), Ὀδ. Δ. 404· ζατρεφέες αὐτόθι 451· παροιμιώδης κατέστη ἡ ὀσμὴ αὐτῶν, πρβλ. Ὀδ. Δ. 406 πρὸς Ἀριστοφ. Σφ. 1035, Εἰρ. 742· ἐσθῆτι χρᾶσθαι φωκέων δέρμασι Ἡρόδ. 1. 202.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
phoque, veau marin, animal.
Étymologie: DELG étym. obscure, pê de φῦσα (souffler comme un phoque) ou emprunt.

English (Autenrieth)

seal. (Od.)

Greek Monolingual

η, ΝΑ
ζωολ. η φώκια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη, πρόκειται για ηχομιμητική λ. που ανάγεται στην ΙΕ ρίζα p(h)ŭ-, η οποία αποτελεί προϊόν ονοματοποιίας (βλ. λ. φῦσα) και έχει σχηματιστεί πιθ.από μια μορφή phōu- της ρίζας με επίθημα -κη (πρβλ. θή-κη). Είναι πιθανό, ωστόσο, να πρόκειται και για δάνεια λ. Τη λ. δανείστηκε η Λατινική (πρβλ. λατ. phōkā, phōcē) και στη συνέχεια οι νεώτερες γλώσσες (πρβλ. γαλλ. phoque)].

Greek Monotonic

φώκη: ἡ, φώκια, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

φώκη: ἡ тюлень Hom., Her., Arph., Plut.

Middle Liddell

φώκη, ἡ,
a seal, Od., Hdt.

Frisk Etymology German

φώκη: {phṓkē}
Grammar: f.
Meaning: Robbe, Seehund (Od., Hdt., Ar.).
Derivative: Daneben φώκαινα f. Bez. eines delphinähnlichen Seetieres, ‘Tümmler ?’ (Arist.; nach φάλλαινα, ausführlich Thompson s.v.); φῶκος· κῆτος θαλάσσιον ὅμοιον δελφῖνι H. (cod. κῆπος -ιος -ιος); φωκίς f. N. eines Fisches (Gal.), auch Art Birne (Thphr., Ath.; nach der Form).
Etymology : Isoliert. Von Prellwitz, Bq u.a. zu φῦσα usw. (s.d.) gezogen.
Page 2,1057