Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χναῦμα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: χναῦμα Medium diacritics: χναῦμα Low diacritics: χναύμα Capitals: ΧΝΑΥΜΑ
Transliteration A: chnaûma Transliteration B: chnauma Transliteration C: chnayma Beta Code: xnau=ma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A slice, tit-bit, Mnesim.4.12 (anap., Meineke for χναύω), cf. Poll.6.62, Hsch.; πᾶν χ. 'every scrap', = πᾶν πρᾶγμα, Zen.5.73; χναυμάτιον, τό, Dim. of foreg., Ar.Fr.224 (anap.), TeleclId.1.14 (anap.), Ath.9.381b.

German (Pape)

[Seite 1361] τό, ein abgeschnittenes Stück, eine Schnitte, bes. eine Leckerei, was zum Nachtisch gegeben wird, Leckerbissen; Comic. bei Poll. 6, 22; Mnesim. bei Ath. IX, 403 (V. 13); Zenob. 5, 73.

Greek (Liddell-Scott)

χναῦμα: τό, νωγάλισμα, «μεζές», σπλάγχν’ ὀπτᾶται, χναῦμ’ ἥρπασται Μνησίμαχος ἐν «Ἱπποτρόφῳ» 1. 12 (ὡς ὁ Meineke ἀντὶ χναύω), πρβλ. Πολυδ. Ϛ΄, 62· «χναύματα· τὰ βρώματα· καὶ τὰ τῶν κρεῶν ἀπανθρακίσματα» Ἡσύχ., Παροιμιογρ. 367· - ὑποκορ. χναυμάτιον, τό, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 5, Τηλεκλείδης ἐν «Ἀμφικτύοσι» 1. 14, προεψήσας μετὰ πολλοῦ πεπέρεως τὰ χναυμάτια Ἀθην. 381Β· πρβλ. Meineke Κωμικ. Ἀποσπ. 3. 644.

Greek Monolingual

-αύματος, τὸ, Α χναύω
1. ορεκτικό έδεσμα, μεζές
2. (κατά τον Πολυδ.) «χναύματα
τὰ βρώματα καὶ τὰ τῶν κρεῶν ἀπανθρακίσματα».