Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψαιστός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ψαιστός Medium diacritics: ψαιστός Low diacritics: ψαιστός Capitals: ΨΑΙΣΤΟΣ
Transliteration A: psaistós Transliteration B: psaistos Transliteration C: psaistos Beta Code: yaisto/s

English (LSJ)

ή, όν, (ψαίω)

   A ground, ψ. μᾶζα a cake of ground barley mixed with honey and oil, Hp.Int.20; ψαιστόν, τό (sc. πέμμα or πόπανον), a cake of this kind, used at sacrifices, Ar.Pl. 138, 1115, Antiph.206.3, Com.Adesp.372, Thphr. ap. Porph.Abst.2.15, SIG1038.18(Eleusis, iv/iii B. C.), Herod.4.92, AP6.190 (Gaet.), 191 (Corn. Long.): perh. to be written ψᾳστός, cf. ψᾷστον· σὺν τῷ ῑ, ἐκτείνουσι τὸ ᾱ, ὡς Εὐφρόνιος, Lex.Mess.p.411: v. ψαστής.

German (Pape)

[Seite 1389] adj. verb. von ψαίω, zerrieben, zermalmt, geschroten, gemahlen, μᾶζα, VLL.

Greek (Liddell-Scott)

ψαιστός: -ή, -όν, ῥημ. ἐπίθ. τοῦ ψαίω (ψάω), κοπανισμένος, ἀληλεσμένος, ψ. μᾶζα, πλακοῦς, γλύκισμα ἐκ κοπανισμένης κριθῆς μεμιγμένης μετὰ μέλιτος καὶ ἐλαίου, Ἱππ. 555. 21· τὰ ψαιστὰ (ἐξυπακ. πέμματα, πόπανα), γλυκύσματα, ζυμαρικὰ τοιούτου εἴδους ἐν χρήσει κατὰ τὰς θυσίας, Ἀριστοφ. Πλ. 138, 1115, Ἀντιφάνης ἐν «Τίμωνι» 1. 3, Ἀνθ. Π. 6. 190, 191.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
coupé en menus morceaux ; τὸ ψαιστόν (s.e. ἄλφιτον ou πέμμα) gâteau d’orge, d’huile et de miel pour les sacrifices.
Étymologie: adj. verb. de ψαίρω.

Greek Monolingual

-ή, -όν, και πιθ. τ. αρσ. ψᾳστός και πιθ. τ. ουδ. ψᾷστον, Α ψαίω
1. αλεσμένος, τριμμένος, κοπανισμένος
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ψαιστόν
(ενν. πέμμα ή πόπανον) γλύκισμα από κοπανισμένο κριθάρι, με μέλι και λάδι, το οποίο χρησίμευε ως προσφορά σε θυσίες
3. φρ. «ψαιστὴ μᾱζα» — είδος πίτας που παρασκευαζόταν από κοπανισμένο κριθάρι, λάδι και μέλι (Ιπποκρ.).

Greek Monotonic

ψαιστός: -ή, -όν, ρημ. επίθ. του ψαίω, τὰ ψαιστά (ενν. πόπανα), γλυκίσματα από κοπανισμένο κριθάρι, που τα χρησιμοποιούσαν στις θυσίες, σε Αριστοφ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ψαιστός -ή -όν [ψαίω: fijnmaken] fijngestampt; subst. τὸ ψαιστόν offerkoek.

Middle Liddell

ψαιστός, ή, όν verb. adj. of ψάω]
τὰ ψαιστά(sc. πόπανἀ cakes of ground barley, used at sacrifices, Ar.